... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2007

Άκου, μαλακάκο.


Πόσο αξίζει ένα δέντρο;
Πόσο αξίζει ένα δάσος;

Νόμιζα πως ό,τι έχει αξία το προστατεύουμε, το φυλάμε, το προσέχουμε.
Τα μάτια μας έχουν αξία. Τα προσέχουμε.
Η ζωή μας έχει αξία. Την προσέχουμε.

Το δέντρο έχει αξία;
Αξίζει το δάσος για τον άνθρωπο;
Αξίζει ο άνθρωπος για το δάσος;

Άκουσα ότι ένα δάσος, σαν αυτό της Πάρνηθας ας πούμε, θέλει εκατό χρόνια για να ξαναγίνει όπως ήταν πριν το κάψουμε.
Γι' αυτό να οργανωθούμε, να αγωνιστούμε, να αναδασώσουμε, να μην επιτρέψουμε την οικοπεδοποίηση κλπ. κλπ.
Γι' αυτό το καμένο δάσος, οργιστήκαμε. Η οργή μας θα κρατήσει δέκα μέρες.
Και για την Αμαλία οργιστήκαμε. Μετά από δέκα μέρες ούτε τριακόσιες υπογραφές απ' τον καναπέ δεν μαζεύτηκαν.
Η οργή μας "πολυδιασπάζεται" και δεν αντέχει. Δεν έχει διάρκεια. Οργή για την Αμαλία, για τον Πολύδωρα, για τους μπάτσους που βασανίζουν, που συλλαμβάνουν και ταλαιπωρούν όποιον τύχει να φοράει πράσινα παπούτσια. Οργή μέχρι και για τον "σκυλούκο" του Πολυτεχνείου, τον σύντροφο Κανέλο. Αναφέρω λίγες μόνο από τις τρέχουσες οργές.

Ποιά οργή να διαλέξεις;

Το φακελάκι και την κατάσταση στην Υγεία; Μα είσαι ανόητος;
Την προστασία της φύσης; Μα είσαι γραφικός, οικολόγος, φυσιολάτρης, ειδωλολάτρης;
Την προστασία από τον Πολύδωρα και τους προστάτες; Μα είσαι αναρχικός, τρομοκράτης;


Ίσως, η καλλίτερη λύση να είναι ο σκυλούκος ο Κανέλος. Να τον πάρεις στην αγκαλιά σου και να κλάψεις μαζί του.
Γιατί ανακάλυψες, επιτέλους, ότι οι άνθρωποι δεν αξίζουν.

Σε εκατό χρόνια, λέει, θα ξαναγίνει το καμένο δάσος.
Πόσα δάση ξανάγιναν;

Ρε σεις, αισιόδοξοι, πάρτε το χαμπάρι!

Το ανθρώπινο είδος από την στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε, αδιάκοπα μέχρι σήμερα και μέχρι την εξαφάνισή του, καταστρέφει, χαλάει, καίει, μειώνει.
Πότε, ποιά εποχή, ποιά περίοδο της ιστορίας, αυτό το σκοτεινό και μισερό είδος προσέφερε κάτι στην φύση;
Και μην μου πείτε για μεμονωμένες περιπτώσεις, του τύπου "ένα δεντράκι στην αυλή μου". Συνολικά, τα δάση είναι λιγότερα ή περισσότερα; Οι πάγοι λιώνουν ή όχι; Ο αέρας που αναπνέουμε, το νερό που πίνουμε είναι πιό καθαρό; Πείτε μου με λόγια απλά, να το καταλάβω.
Και μη μου πείτε πάλι για το ηλεκτρικό ψυγείο, για το κινητό τηλέφωνο, για τους υπολογιστές και για την κατάκτηση του διαστήματος. Έτσι: "κατάκτηση του διαστήματος". Αν το διάστημα ήταν λίγο περισσότερο του χεριού μας και μπορούσαμε να το κατακτήσουμε, ούτε αυτό θα γλίτωνε.


Ίσως, η καλλίτερη λύση να είναι ο σκυλούκος ο Κανέλος. Να τον πάρεις στην αγκαλιά σου και να κλάψεις μαζί του.
Γιατί βεβαιώθηκες, επιτέλους, ότι δεν είσαι πρόθυμος να τινάξεις "το σύστημα" στον αέρα. Γιατί είσαι μόνος σου, ένας γραφικός πρώην-και-κατά-φαντασίαν αναρχικός, που φοβάται να ξεβολευτεί και αρκείται να αστειεύεται πότε-πότε με τους πολύδωρες. Που λέει τους αστυνόμους "μπάτσους" και νομίζει ότι κάνει αντίσταση.

Που περιμένει από την εναλλαγή κυβερνήσεων να βγεί καλό.
Που περιμένει από τις εκλογές την σωτηρία.
Που περιμένει ότι "το σύστημα" δεν διαθέτει άλλον Μπους.
Που περιμένει ένα Μεσσία να τον σώσει.

Γιατί είσαι ένας του χειρίστου είδους. Του ανθρωπίνου.
Γιατί είσαι άνευ αξίας κι ακόμα χειρότερα, είσαι το πιό βλαβερό είδος.

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2007

Wild Thing



18 Ιουνίου 1967
Monterey Pop Festival




40 χρόνια πριν

ο Jimi τσαντίστηκε (που βγήκε νωρίς) κι έκαψε τους επόμενους



... μερικά πράγματα δεν παλιώνουν ...

Δευτέρα, Ιουνίου 18, 2007

Το χρυσό



Είχαμε φοβερή ομάδα. Μαζεμένοι όλοι οι παικταράδες. Ο ένας καλλίτερος απ' τον άλλο, είχε κάνει ο καθένας μας μια ζηλευτή καριέρα κι εδώ και στο εξωτερικό. Και τώρα με την Εθνική, όλοι μαζί, θα πηγαίναμε να πάρουμε το χρυσό. Θα τα δίναμε όλα μέχρι τον τελικό. Και μετά η επιστροφή και η αποθέωση. Γι' αυτήν ζούσαμε όλοι. Θα τα δίναμε όλα. Ο αρχηγός σε μεγάλα κέφια, σ' όλο το ταξίδι δεν σταμάτησε να μας εμψυχώνει. Ήταν φορές που τα μάτια του γυάλιζαν και δεν ξέραμε αν ήταν από συγκίνηση.

Προτιμήσαμε να μετακινηθούμε με το λεωφορείο. Δεν αποδείχθηκε καλή ιδέα και παραλίγο να σκοτωθούμε, αλλά ο οδηγός, ο Αργύρης, μας έσωσε. Ένα φορτηγό, την ώρα που προσπερνούσαμε, άρχισε να μας κλείνει το δρόμο κι από απέναντι ερχόταν μια νταλίκα θεόρατη. Πώς χωρέσαμε και περάσαμε ανάμεσα, ένας θεός ξέρει. Μόνη απώλεια το τρέιλερ που σέρναμε από πίσω, φορτωμένο με τα αθλητικά μας παπούτσια. Τρομάξαμε, αλλά ήμασταν σώοι. Βέβαια, μας χάλασε την διάθεση και πολλοί είπαν ότι δεν αρχίσαμε καλά, κακός οιωνός, αλλά το ξεπεράσαμε γρήγορα. Λέγαμε για πλάκα, ότι αν δεν βρούμε παπούτσια θα παίζαμε έστω και ξυπόλυτοι. Δεν θά 'ταν η πρώτη φορά. Στις προπονήσεις, πολλές φορές βγάζαμε τα παπούτσια και παίζαμε ξυπόλυτοι.

Ο πρώτος αγώνας ήταν δύσκολος. Έπρεπε να δαμάσουμε τους Ισπανούς. Αυτό το ματς το κέρδισε ο αρχηγός σχεδόν μόνος του. Έπαιξε με απίστευτη δύναμη κι έβαλε τα δύο γκολ. Τα πανηγύρια είχαν αρχίσει. Τον σηκώσαμε ψηλά και φωνάζαμε ρυθμικά τ' όνομά του. Ι-Α-ΣΩΝ, Ι-Α-ΣΩΝ.
Στον δεύτερο αγώνα ήμασταν πιο αισιόδοξοι. Ο προπονητής μας είχε νικήσει τον προπονητή των αντιπάλων κι άλλη φορά. Τον ήξερε. Αλλά οι αντίπαλοι, κάτι ντερέκια δυο μέτρα σα δράκοντες, δεν αστειεύονταν. Πολύ σκληρή ομάδα. Στο ημίχρονο κι αφού είδαμε ότι ο προπονητής μας δεν είχε λύσεις, μας μίλησε και ο Ιάσων. Πρέπει να τους εκνευρίσουμε, είπε. Να παίξουμε έξυπνα και να τους αφήσουμε να κουραστούν. Μόνοι τους θα χάσουν. Πραγματικά, στο τέλος του αγώνα κουτρουβαλούσαν ο ένας πάνω στον άλλο, τσακωνόντουσαν μεταξύ τους και σα να μην έφταναν αυτά, βάζουν αυτογκόλ στο τελευταίο λεπτό. Πάνε κι αυτοί, τους κερδίσαμε.

Κι έτσι, λίγο με την τύχη, λίγο με την πονηριά, φτάσαμε στον τελικό με την Τουρκία.


Απ' τον τελευταίο αγώνα μεσολαβούσαν πέντε μέρες ξεκούρασης. Ό,τι έπρεπε για ν' ανακτήσουμε δυνάμεις και να είμαστε στον τελικό πανέτοιμοι. Εκεί ήταν που χάσαμε τον αρχηγό. Τρεις μέρες άφαντος κι όταν γύρισε ούτε μας είπε που ήταν. Είχε ένα ύφος παράξενο και το μόνο που έλεγε ήταν "μη φοβάστε, μη φοβάστε". Ασύγκριτος παίκτης ο αρχηγός, αλλά, μεταξύ μας, ήταν λίγο αλητάμπουρας. Πήγε και ξελόγιασε την κόρη του αντίπαλου προπονητή, κι αυτή η αθεόφοβη ήρθε την τελευταία μέρα με την αποστολή μας κι ήθελε να την πάρουμε μαζί μας, πίσω στην πατρίδα.

Ξεκινήσαμε τον αγώνα παίζοντας αμυντικά, μας είχαν κλείσει άσχημα και μόνο από κάτι φαλτσοσφυρίγματα του διαιτητή καταφέραμε να τελειώσουμε το παιχνίδι ισόπαλο, χωρίς τέρματα. Είχε έρθει η ώρα για τα πέναλτι.
Πρώτοι εκτέλεσαν οι Τούρκοι: 1 - 0.
Μετά εμείς: 1 -1.
Ξανά οι Τούρκοι: 2 - 1
Και ξανά εμείς: 2-2
Μετά οι Τούρκοι και ήμασταν όλοι ιδρωμένοι, από την αγωνία περισσότερο, παρά απ' την κούραση: 3 - 2.
Η σειρά μας: άουτ, το 3 - 2 παραμένει. Μα, όχι ο τερματοφύλακας είχε κουνηθεί και ο διαιτητής δείχνει επανάληψη. 3 - 3.
Οι δυο επόμενες βολές πέρασαν χωρίς γκολ και το 3 - 3 παρέμεινε.
Ο Τούρκος αρχηγός ετοιμάζεται για την τελευταία βολή. Στήνει την μπάλα, παίρνει φόρα, σύρριζα άουτ.
Τώρα είναι η σειρά του Ιάσονα. Αν σκοράρει κερδίζουμε. Ο αγώνας τελειώνει και παίρνουμε το χρυσό.
Ο Ιάσονας παίρνει λίγη φόρα, ξαφνικά σταματάει μπροστά απ' την μπάλα κι ενώ ο αντίπαλος τερματοφύλακας πέφτει σαν υπνωτισμένος δεξιά, ο Ιάσονας στέλνει την μπάλα ακριβώς στο κέντρο της εστίας. Αυτό ήταν. Ο θεός της μπάλας ήταν απόψε μαζί μας. Νικήσαμε. Πανηγυρισμοί, φωνές, τρελές χαρές κι ο Ιάσων ξανά στον ουρανό.

Στην επιστροφή, ο Ιάσων δεν άφηνε απ' τα χέρια του το χρυσό έπαθλο. Όταν φτάσαμε, ο κόσμος που είχε μαζευτεί τραγουδούσε, ζητωκραύγαζε, ήθελε όλους να μας αγκαλιάσει και προπαντός τον αρχηγό μας. Χάρη σ' αυτόν φέραμε το χρυσό εδώ. Αξέχαστες στιγμές ευτυχίας. Ο δήμαρχος μας παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης και για πολύ καιρό ήμασταν οι άρχοντες του κόσμου. Τηλεόραση, εφημερίδες, προτάσεις.

Ο Ιάσων έκλεισε ένα ιστορικό συμβόλαιο με μια Ιταλική ομάδα. Το μεγαλύτερο συμβόλαιο που είχε γίνει ποτέ.

Μόνο μετά από τρία χρόνια μάθαμε την αλήθεια. Λίγο πριν λήξει το συμβόλαιο του Ιάσονα. Ο αρχηγός, τις μέρες που εξαφανίστηκε πριν τον τελικό, "έφτιαξε" τον αγώνα. Με την μεσολάβηση κάποιων μεγάλων παραγόντων, που ποτέ δεν μάθαμε ποιοί ήταν, είχε πιάσει τους διαιτητές και τον τερματοφύλακα. Είχαμε κερδίσει με πουστιά. Πουστιά του αρχηγού. Που έχασε την καλή του φήμη, έχασε την δόξα και την τιμή και το χρυσό, μονομιάς. Μόλις μαθεύτηκε, τα χάσαμε κι εμείς, όλα. Κυρίως, χάσαμε κάθε όρεξη για παιχνίδι. Δεν θέλαμε να ξανακούσουμε για μπάλα, μπαταλέψαμε, από ήρωες γίναμε ρεμάλια. Δεν θέλαμε να ξανακούσουμε ούτε να ξαναδούμε τον αρχηγό. Όλα είχαν γίνει για 'κείνο το αναθεματισμένο συμβόλαιο.

Δεν θέλουμε ν' ακούσουμε ούτε για τον Ιάσονα ούτε για την Αργοναυτική Εκστρατεία.

Δεν θέλουμε ν' ακούσουμε ποτέ για το χρυσόμαλλο δέρας!

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

Μόνο δυο λέξεις, πριν το πρώτο φιλί!

Μήπως αγαπιόμαστε;



Μόνο δυο λέξεις, πριν πέσει στην αγκαλιά μου!

Μόνο δυο λέξεις, πριν το πρώτο φιλί!

Πριν φτάσω στα σύννεφα και μείνω για πάντα εκεί!


Κέρδισα!



Ταξίδευα όταν πήρα το πρώτο mail απ' τον Δημήτρη. "Άντε ρε μαλάκα, πότε θα γυρίσεις;" Μου έγραφε τα νέα της παλιοπαρέας, πάντα τα ίδια, για τις τσάρκες, τις πλάκες, τις γκόμενες. Μια αντροπαρέα ήταν άλλωστε. Κι εγώ του απάντησα ότι θ' αργούσα, γιατί χωρίς να συμβαίνουν συνταρακτικά πράγματα, τουλάχιστον έβλεπα νέες εικόνες, άλλα τοπία. Είχε σπάσει αυτή η ρουτίνα, τα ίδια, τα συνηθισμένα κάθε μέρα. Καλά ήταν τα παιδιά, καλή παρέα κάναμε, είχαμε και τις νεανικές μας ανησυχίες, πώς θα σώσουμε τον κόσμο, αλλά το τελευταίο διάστημα είχα βαρεθεί. Κι έτσι έφυγα. Χωρίς να ξέρω πότε κι αν θα γύριζα. Δεν τους το είχα πει για να μην αρχίσουν μελοδραματικοί αποχαιρετισμοί. Τους μίλησα για ένα σύντομο ταξίδι και ότι θα τα λέμε.

Στο δεύτερο mail, έγραφε για τις αλλαγές που είχαν "λάβει χώρα" στην παρέα. Για τα κορίτσια που προστέθηκαν, δεν ήταν πια αντροπαρέα, για τα φλερτ και τα ζευγαρώματα. Ο Γιάννης με την Τίνα, ο Ηλίας με τη Βούλα, ο Τζίμης με τη Λέττα. Του απάντησα ότι χαίρομαι για τις εξελίξεις, αλλά στην πραγματικότητα αδιαφορούσα. Έτσι νόμιζα. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα αυτό το mail και προσπαθούσα να φανταστώ πώς είναι η Βούλα, η Τίνα και η Λέττα, πώς είναι ο Γιάννης με την Τίνα κι ο Ηλίας με τη Βούλα κι ο Τζίμης με τη Λέττα. Ήμουνα περίεργος, ήταν κάτι που δεν τό είχαμε ξαναζήσει σαν παρέα. Τώρα υπήρχαν ζευγαράκια, όχι μόνο άντρες.

Και να, το τρίτο mail του Δημήτρη. "Ρε μαλάκα" (αυτό δεν είχε αλλάξει, το 'ρε μαλάκα' έμενε πάντα ίδιο) "άντε γύρνα. Χάνεις. Ήρθε στην παρέα η Βανέσσα. Φοβερή κοπέλα, την έχουμε όλοι ερωτευθεί. Είμαστε ενθουσιασμένοι, αν και απ' όσο σε ξέρω θα την σνομπάρεις κι αυτή." Ο Δημήτρης με ήξερε καλά. Εγώ δεν με ήξερα. Ούτε τί ζητούσα ήξερα.
Πόσο λίγο χρειάζεται για να ξαναγυρίσεις στους αγαπημένους σου φίλους! Πόσο λίγο χρειάζεται για ν' ακολουθήσεις αυτό που αναζητάς, ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνεις, ακόμη κι όταν δεν το παραδέχεσαι. "Τσίμπησα" αμέσως, αγόρασα βιαστικά κάτι μικροδωράκια για όλους και γύρισα πίσω.



Φορούσε μια κοντή μπλέ φούστα με μεγάλα άσπρα πουά. Καθόταν απέναντί μου και έβλεπα τα καλοσχηματισμένα πόδια της, άκουγα το γέλιο της και ξαφνικά είδα τα μάτια της. Όχι τα μάτια, το βλέμμα της. "Ποιό είναι αυτό το καινούργιο φρούτο" νόμιζα ότι άκουσα να ρωτάει τον Δημήτρη. Γύρισα την πλάτη μου κι ετοιμάστηκα να κάνω αυτό που είχα μάθει καλά τόσα χρόνια: Να σνομπάρω. Αλλά τί να σνομπάρω; Αυτή, η Βανέσσα, πρόλαβε να με σνομπάρει πρώτη. Πλησίασε ο Δημήτρης και είπε:
- Είσαι μαλάκας.
- Το ξέρω, μου τό 'χεις πει αμέτρητες φορές.
- Όχι, ρε μαλάκα, είσαι μαλάκας και αγενής μαζί, επειδή δεν έρχεσαι να σε συστήσω στην Βανέσσα.
- Ποιά Βανέσσα; ρώτησα επαληθεύοντας πόσο μαλάκας είμαι.
- Την καινούργια ντε. Αυτήν που σού 'γραψα ότι μας έχει ξετρελάνει.
- Αυτή που σε ρώτησε ποιό φρούτο είμαι;
- Δεν ρώτησε τέτοιο πράγμα. Με ρώτησε αν είσαι αυτός που περιμέναμε να γυρίσει.
- Περιμέναμε; Όλοι με περιμένατε; Και η πώς την είπαμε, η Βανέσσα με περίμενε;
- Αει χέσου. Πάντως κανένας δεν κατάφερε να κερδίσει την εύνοιά της. Φέρεται σε όλους το ίδιο πρόσχαρα, φιλικά και πάντα γελάει.
- Αυτό το άκουσα ήδη.

Πίσω απ' τον Δημήτρη φάνηκε το γέλιο της.

- Εσύ πρέπει νά 'σαι ο Κυριάκος. Χαίρω πολύ, Βανέσσα.
- Γειά σου. Και 'γω χαίρομαι, είπα κι έριξα το ποτό που κρατούσα στο πάτωμα.


Πέρασαν τρεις μήνες. Η Βανέσσα κι εγώ γίναμε φίλοι. Πολύ φίλοι. Κολλητοί κάθε μέρα, δίπλα-δίπλα πάντα, στο σινεμά, στις βόλτες, στα πάρτυ και στις ντισκοτέκ. Αγαπημένοι φίλοι. Η Βανέσσα μου είχε δείξει την εύνοιά της. Ήταν φανερό και το έβλεπαν όλοι. Όλοι;
Ήμουν πολύ ευχαριστημένος, είχα ξεχάσει την γκρίνια, έγινα σχεδόν καλός. Και ανυπομονούσα να ξημερώνει γρήγορα για να την ξανασυναντήσω. Όμως, δεν "τα 'χαμε", δεν είχα νιώσει το φιλί που διψούσαν τα χείλη μου. Τ' αγγίγματα, δήθεν τυχαία, φιλικά πάνω στη στροφή ενός χορού, χειρονομίες που έκρυβαν τα αισθήματα, λόγια στα όρια της τρυφερότητας...
Γιατί, ρε γαμώτο, πρέπει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα; Κι αν δεν με θέλει; Έχουν να το λένε πόσο πρόσχαρη και φιλική είναι με όλους. Αν είναι μόνο αυτό; Αν δεν είναι έρωτας;
Και περνούσαν οι μέρες όμορφα γιατί ήμασταν πάντα μαζί, και περνούσαν οι νύχτες δύσκολα. Αν δεν είναι έρωτας; Αν δεν μ' αγαπάει;
Τρεις μήνες με γεμάτες ημέρες και άδειες νύχτες πέρασαν. Κάθε βράδυ η ίδια ερώτηση έπαιρνε τη θέση του ύπνου. "Αν δεν είναι έρωτας; Πώς να της το πω; Ώστε να μη χάσω αυτό που έχω. Το ανεκτίμητο "μαζί". Ο φόβος μεγάλος κι η λογική μικρή, ανίκανη να δώσει μια σίγουρη απάντηση. Τί απάντηση δηλαδή, εγώ ήθελα να γνωρίσω τα μέλλοντα, ήθελα να κερδίσω το μέλλον.
Αν η απάντηση είναι "όχι", τα έχασα όλα, δεν μου μένει τίποτα πια. Ούτε θα είμαστε μαζί στη συνέχεια. Δεν θα υπάρχει συνέχεια.
Αν η απάντηση είναι "ναι", θα έχω κερδίσει τα πάντα. Τίποτ' άλλο δεν θέλω. Τελείωσε.
Πρέπει να βρω ένα τρόπο. Κάτι σαν κάλπικο νόμισμα. Κορώνα κερδίζω τα πάντα. Γράμματα δεν χάνω τα πάντα. Αυτό είναι, πρέπει να μειώσω το ρίσκο.

Τρεις μήνες και είκοσι μέρες. Τότε, πάνω σ' ένα χορό, εκεί, στο κέντρο της παρέας, εκεί, στο κέντρο του κόσμου, είπα:


- Μήπως αγαπιόμαστε;

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2007

Ανάποδος λόγος


Στην άκρη ενός αδιέξοδου θανάτου
χάθηκα στο φώς του ουρανού
γιατί μια λάθος λεωφόρο ακολουθούσα.

Καλλίτερα να μη μιλώ για περιπάτους
δίπλα σε ήμερες κι άυλες παραλίες
που σαν ξεχνιέμαι εκεί, μονομιάς το πάθος σκοτώνεται.


Στο "Ζούκερμαν Δεσμώτης" του Philip Roth, o Ε. Ι. Λόνοφ, φτασμένος συγγραφέας, εξηγεί στον άσημο νεαρό Ζούκερμαν την τέχνη του:

"Αντιστρέφω προτάσεις. Αυτή είναι η ζωή μου. Γράφω μια πρόταση και μετά την αντιστρέφω. Μετά την κοιτάζω και την αντιστρέφω ξανά. Μετά γευματίζω. Μετά επιστρέφω και γράφω μια άλλη πρόταση. Μετά παίρνω το τσάι μου και αντιστρέφω την καινούρια πρόταση. Μετά ξαναδιαβάζω τις δυο προτάσεις μαζί και τις αντιστρέφω και τις δυο. Μετά ξαπλώνω στον καναπέ και σκέφτομαι. Μετά ξανασηκώνομαι και τις πετάω και τις δυο και ξαναρχίζω απ' την αρχή."

Αυτή είναι η τεχνική του συγγραφέα και ο Roth δεν αστειεύται μ' αυτά που γράφει. Ο συγγραφέας δοκιμάζει προτάσεις. Δοκιμάζει την αντοχή του ύφους και την αντοχή των νοημάτων τους, αντιστρέφοντας συνεχώς.

Θα μπορούσε, μήπως, ο αναγνώστης να κάνει το ίδιο; Να αντιστρέψει την τελική πρόταση που διαβάζει σ' ένα βιβλίο, δοκιμάζοντας τις αντοχές της;

Θυμήθηκα τον Ζούκερμαν διαβάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Πετεφρή, γραμμένο πρίν ένα χρόνο, που υποδεικνύει στον αναγνώστη την διαδικασία της αντιστροφής και αντικατάστασης, συμπεραίνοντας: Αν το κείμενο είναι επαρκές, τότε η ανάποδη επεξεργασία του θα βγάλει επίσης ένα επαρκές αποτέλεσμα.

Οι στίχοι που διαβάσατε στην αρχή δεν θυμίζουν τίποτα. Μπορεί κάποιος να βρεί "ύφος και νόημα" (ειδικά αν είναι ευφάνταστος). Η αλήθεια είναι ότι προέκυψαν από μια τέτοια ιερόσυλη διαδικασία πάνω στους έξι πρώτους στίχους της "Κόλασης" από την Θεία Κωμωδία του Δάντη, σε μετάφραση Ανδρέα Ριζιώτη (εκδ. ΤΥΠΩΘΗΤΩ):


Στου δρόμου της ζωής τη μέση
σε σκοτεινό βρέθηκα δάσος
γιατί το μονοπάτι το σωστό είχα μπλέξει.

Αχ, πόσο δύσκολο να περιγράψω
το άγριο, δύσβατο και πυκνό δάσος
που μόνο να το σκέφτομαι ξαναγεννά το φόβο!


Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

Μπάνικο!


Τελευταία είχα κόψει και τις εφημερίδες και ήμουνα μια χαρά. Τηλεόραση δεν βλέπω εδώ και χρόνια, κόμμα δεν έχω εδώ και πολλά χρόνια, ούτε ομάδα, εκτός απ' την αίματος, μια χαρά ανάδελφος ήμουνα. Τό 'χα ρίξει στο διάβασμα κι έψαχνα μετά μανίας να βρώ στο μυθιστόρημα τη νέα μυθολογία.

Μέχρι που άρχισα το blogging και ξαναμπλοκαρίστηκα...


Δυό μήνες τώρα κι έχω καταφέρει να συγχύζομαι πάλι, όπως παλιά. Χώρια που μείωσα το διάβασμα κι άρχισα πάλι να βρίζω:

Μπους, Μπους, G8, Bush, παγκοσμιοποίηση, αλμπάνηδες, αστυνομία τέχνης, λογοκρισία, υπόθεση blogme, ρύπανση, εισαγγελέας για πράσινα σταράκια, μπους, ηλιθιότητα, περιβάλλον, πόλεμος, μπους, πείνα, κακία, αρχιεπίσκοπος, δίψα, αυταρχισμός, απαγορεύεται, μπάτσοι, μπους, δολοφόνοι, φακελάκια, ΕΣΥ, εγώ ...

Με συγχωρείτε, δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Αλλά ξαλάφρωσα κάπως.


Μάγκες δεν είμαι για τέτοια. Ασχοληθείτε εσείς οι νεότεροι. Εμείς, ό,τι σκατά ήταν να φτιάξουμε, τα φτιάξαμε. Τώρα θα ασχολούμαι με τις ομορφιές, όπου τις βρίσκω.

Να μία:

Τέτοια νοσοκόμα, αν ζητήσει φακελάκι, θα με φέρει σε πολύ δύσκολη θέση.

Να κι άλλη:


Μπάνικο, ε; Πάρτε μάτι.

Μπάνικο είναι το όμορφο. Απ' το ρήμα μπανίζω, που σημαίνει κοιτάζω κρυφά, επειδή οι άντρες πριν την εποχή των μπεν-μιξ κρυφοκοίταζαν τις λουόμενες όταν έκαναν μπάνιο. Προέρχεται από το ιταλικό bagno (λουτρό), που κι αυτό παράγεται από το λατινικό balineum. Αλλά το balineum προέρχεται από το αρχαιοελληνικό βαλανείον, που σημαίνει ακριβώς λουτήρας, λουτρό. Κι έτσι χρησιμοποιούμε μια λέξη ελληνική, νομίζοντας ότι έχει ρίζα ξένη.

Να και μια πιό μπάνικη:


Τελικά, καλλίτερα ν' ασχολούμαι με τ' άλογα ...


και τα παράλογα!


Όχι, θα κάτσω να σκάσω. Έχω και χοληστερίνη.

Όλες οι φωτογραφίες (εκτός της Γκερνίκα, βέβαια) από το photo.net

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

Μετά την χθεσινή μέρα ...

Χθες ήταν μια μέρα που οι ιστολόγοι συντόνισαν τα σημειώματά τους κάτω από ένα κοινό τίτλο: "ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ".
Ήταν η πρώτη φορά που η συμμετοχή έφτασε σε τέτοιο ποσοστό. Οι περισσότεροι, κάτω από τον ίδιο τίτλο, κάτω από τα ίδια banners, ανάρτησαν ένα κοινό κείμενο διαμαρτυρίας. Άλλοι πρόσθεσαν τα δικά τους σχόλια, παρατηρήσεις και διαφοροποιήσεις. Όλοι, όμως, συμφώνησαν ότι η χθεσινή μέρα δεν ήταν μόνο ένα μνημόσυνο στην Αμαλία, που το άξιζε, αλλά η αρχή ενός αγώνα που έπρεπε να έχει αρχίσει, όσο η ίδια ήταν ζωντανή. Αρχίζει τώρα, γιατί υπάρχουν πολλές Αμαλίες που υποφέρουν διπλά: απ' την αρρώστια και από το σύστημα υγείας. Από τα φακελάκια, τους αλμπάνηδες δήθεν γιατρούς και τη γραφειοκρατία. Υποφέρουν και περιμένουν ο αγώνας αυτός να συνεχιστεί. Υποφέρουμε και ελπίζουμε ο αγώνας αυτός να συνεχιστεί. Χθές για την Αμαλία, σήμερα για την Λυδία, αύριο για μένα και για σένα και κυρίως εκτός μπλογκογειτονιάς, εκεί που είναι η πραγματική ζωή.
Μεταξύ αυτών που πρόλαβα να ξεχωρίσω (δεν μπόρεσα να τα δω όλα), αξίζει να αναφερθούν:
  • η εντυπωσιακή φωτογραφία που έβαλε το καλτσόβρακο
  • το συγκλονιστικό κείμενο της γητεύτριας, με πίνακες της αυτοδίδακτης ζωγράφου Nicoletta Tomas Caravia και ποίηση του Γιάννη Ευσταθιάδη.
  • το ρεαλιστικό αφιέρωμα του Μαύρου Γάτου για την ιατρική (και όχι μόνο) βία
  • το εξαιρετικό σημείωμα του aerosol , "Εμείς οι αλμπάνηδες", που αξίζει να το διαβάσετε ολόκληρο, αλλά δεν μπορώ παρά να αντιγράψω εδώ δυο παραγράφους:

    Το σύστημα Υγείας που (δεν) έχουμε δε μας το φόρεσε κάποιος καπέλο εν αγνοία μας. Είναι μια κατάσταση που εξελίσσεται χρόνια και στην οποία είμαστε συνένοχοι. Όχι μόνο η αντίσταση στο φακελάκι είναι σπάνια, αλλά εκμαυλίζουμε και τίμιους γιατρούς που δεν ζητάνε τίποτα, κυνηγώντας τους σε διαδρόμους και γραφεία για να το δεχτούν με το ζόρι. Βάζουμε «το μέσο» για ένα κρεβάτι αφήνοντας τον διπλανό στη μοίρα του. Προσπαθούμε να προστατευτούμε με τέτοιες μικροκομπίνες αποδεχόμενοι την άθλια κατάσταση σαν αυτονόητη. Και παραμένει «αυτονόητη» όσο εκλέγουμε κυβερνώντες που δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα. Γιατί δεν τους ζητάμε ποτέ να κάνουν τίποτα! Οι αλμπάνηδες είμαστε εμείς.

    Είμαστε αλμπάνηδες πολίτες γιατί έχουμε κάνει μόδα το να απέχουμε από τα κοινά. Δηλώνουμε με χαρά πως δεν ασχολούμαστε με την πολιτική («γιατί όλοι είναι ψεύτες») λες και η πολιτική είναι κάποιος ζητιάνος που αν δεν του δώσουμε σημασία θα φύγει. Έκπληξη! Όσο βλέπουμε τηλεόραση, έξω δημιουργείται μια μηχανή του κιμά που είναι θέμα χρόνου να μας αλέσει. Η απαξίωσή μας είναι η βλακεία της στρουθοκαμήλου που χώνει το κεφάλι στην άμμο για να μη δει τον κίνδυνο (και ας ξέρουμε όλοι πως όταν σκύβουμε στην άμμο ο πισινός μας είναι τουρλωμένος).

  • την παραπομπή του Μπαμπάκη σ' ένα παλιότερο κείμενό του για έναν πραγματικό Γιατρό - Άνθρωπο. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν.
  • το μοναδικό κείμενο μιας σελίδας που εσκεμμένα μένει λευκή
  • και πολλά άλλα, που αδικώ παραλείποντάς τα...
..........................................................................................................

Υπήρχαν, όπως υπάρχουν πάντα και μερικές -λίγες πάντως- παραφωνίες. Ειρωνικά σχόλια (αναγκάστηκα να τα σβήσω και να τα κλείσω στο δικό μου post) γιατί δεν διαφωνούν, που είναι δικαίωμά τους, αλλά προσβάλλουν δημόσια έναν νεκρό.

Αν και προβληματίστηκα πολύ για το αν πρέπει να το κάνω, θα αναφερθώ ειδικά σ' ένα θλιβερό τσουτσέκι, που συνάντησα στο ελληνικό bookcrossing forum. Μου χάλασε την διάθεση και δεν θέλω να χαλάσω και την δική σας, αλλά του αξίζει ένα φτύσιμο κι αν τον πετύχετε κάπου κάντε το, όπως του τά 'χωσαν όλοι στο forum. Πρόκειται για τον κομπλεξικό και ανήθικο DrVoel, που ισχυρίζεται ότι είναι τριαντάχρονος γιατρός στη Βάρη Αττικής. Διαβάζοντας το τί έγραψε δεν πίστευα στα μάτια μου, σοκαρίστηκα, αλλά στη συνέχεια επέμενε να υποστηρίζει τα ίδια. Τόλμησε να γράψει αυτός ο αμόρφωτος αλήτης (η ορθογραφία δική του):
Πραγματικα εχω πολλα να πω για αυτην την Αμαλια, καθως και τους διαφορους ασχετους και κακοηθεις που πανε να βγαλουν τα συμπλεγματα τους εναντι μιας ολοκληρης κοινοτητας, θα χαλασω ομως την καρδια μου και τις σχεσεις μου με πολλους εδω μεσα, κατι που δεν θελω.

Ο Λαικισμος ειναι ευκολος, και πραγματικα θλιβομαι που βλεπω ατομα τα οποια τα θεωρουσα σκεπτομενα να πεφτουν τοσο ευκολα στην παγιδα του.....

Αναρρωτιεμαι ομως που ειναι ο πανελληνιος Ιατρικος Συλλογος να υπερασπισει το κυρος του επαγγελματος, να ασκησει μυνηση κατα της κυριας αυτης για συκοφαντια να της παρει ο,τι της εχει απομεινει, και να τη στειλει στον Κορυδαλλο να ψοφησει εκει οπως τις πρεπει....

Κακο ψοφο να εχει λοιπον η κυρια αυτη, και αν οντως ειχε τετοιον, μαλλον για θεια δικη επροκειτο, γιατι αν περιμεναμε απο την Ελληνικη, σωθηκαμε.

Δεν είναι γιατρός αυτός. Δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένας σκατόψυχος, ηλίθιος υβριστής.

Από 'δω και πέρα, εφιάλτες να βλέπεις μόνο, κάθαρμα.
Μόνο μη σε πετύχω έξω.


"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb