... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

Bar-άγκα: Αυτό το βάρος

B a r - ά γ κ α

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.
.
.

Όρμησε τρέχοντας στο μπαρ, σαν κυνηγημένος. Έτρεμε και τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους. "Έν' αψέντι" είπε, άφησε τη βαλίτσα του στο πάτωμα και σωριάστηκε σ' ένα σκαμπώ μπροστά απ' τον πάγκο.
Τον πλησίασα. Είδα τα χείλη του που τρεμόπαιζαν. "Τί να κάνω, τί να κάνω μ' αυτό το βάρος;" μονολογούσε. Τον πλησίασα, έριξα μια ματιά στη βαλίτσα και είπα: "Λυπάμαι, δεν έχω αψέντι. Να φέρω κάτι άλλο, ρακί, τσίπουρο, γκράπα ..." άρχισα ν' αραδιάζω ποτά. Εκείνος κρατούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια, σκυφτός, λυπημένος ... "ένα ρακόμελο" είπε, πριν αφήσει τα δάκρυα να βρέξουν το πρόσωπό του.
Τού 'βαλα ένα μπότζι, σπιτικό, που μού 'χε στείλει ένας φίλος Αμοργιανός κι έφερα τη μπουκάλα κοντά. Δεν θα τον έπιανε το πρώτο. Ήπιε ακόμα ένα και σταμάτησε να τρέμει.

"Τί σε τρώει;" τον ρώτησα
"Τον έχασα. Πάει. Έφυγε ο Φραντς."
Δεν είχα καταλάβει. Δεν ήξερα για ποιόν μιλούσε, αν ήταν σκύλος και τον έχασε ή ... αν ήταν άνθρωπος, δικός του.
"Τί θα κάνω τώρα ... Τί ασήκωτο βάρος. Ήθελε να τα κάψω, να τα εξαφανίσω, μου τό 'χε πει, αλλά ... δεν ξέρω. Είναι τόσο ωραία, τόσο καλογραμμένα. Κρίμα δεν είναι;"
Άνοιξε την βαλίτσα, κοίταξε γύρω να σιγουρευτεί ότι δεν τον βλέπει κανείς και μου τά 'δειξε. Πήρα στα χέρια μου μια σελίδα κι άρχισα να διαβάζω: "Όλα είναι ανώφελα. Όταν δεν μπορώ να κυνηγήσω τις ιστορίες μες στις νύχτες, δραπετεύουνε και χάνουνε τον δρόμο τους."

Ήταν όλα εκεί. Τα γράμματα στην Φελίτσε, στη Μιλένα και στη Ντόρα. Και το γράμμα στον πατέρα. Ένα δέμα με χειρόγραφα, που στην πρώτη σελίδα είχε γραμμένο με μεγάλα γράμματα "Η Δίκη" κι ένα παλιό όλο διορθώσεις με τίτλο "Ο Πύργος". Κι άλλα πολλά, κομμάτια από τετράδια και σκόρπια φύλλα. Άρχισε πάλι να τρέμει. Ίδρωσε. Έβγαλε ένα μαντήλι να σκουπίσει τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Από την τσέπη του έπεσε μια κόλα χαρτί. Την σήκωσε και την άφησε στον πάγκο. Άρχισα να διαβάζω, δύσκολα, γιατί το χαρτί είχε τσαλακωθεί, είχε ξετυλιχθεί και ξαναδιπλωθεί αμέτρητες φορές κι είχες πολλούς λεκέδες. Από δάκρυα, από απόγνωση. "Η Διαθήκη μου" έγραφε. "... κι ό,τι γραφτά μου βρεις μετά τον θάνατό μου, να τα κάψεις όλα. Δεν επιθυμώ να κυκλοφορήσουν ποτέ. Φραντς."

Διπλός ο πόνος, διπλό το βάρος. Ένας φίλος χάθηκε, αλλά είναι τόσο κρίμα!

"Έν' αψέντι ακόμα" είπε με σβηστή φωνή. Το χρειαζόταν. Τί να του κάνει απόψε το ρακόμελο;
"Κοίτα", του είπα. "Καλό αψέντι, απ' τον τόπο σου, τσέχικο, έχουν έδω παραδίπλα στο Cafe de l' Enfer. Εκεί πήγαινε και θα την βρεις την άκρη. Θα σε φωτίσει ο Αυγερινός, θα σου μιλήσει ο Αποσπερίτης. Πήγαινε."

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μαξ Μπροντ (1884-1968)
Γερμανόφωνος, εβραϊκής καταγωγής,
λογοτέχνης και κριτικός,
γνωστός
–πέρα από το συγγραφικό του έργο–
για την στενή φιλία του με τον Κάφκα
και τη συνεισφορά του στις μεταθανάτιες
εκδόσεις των μυθιστορημάτων του.
----------------------------------------

---------------------------------------
"Ακούγεται" ο Van Morrison,

από τον δίσκο "The Healing Game" (1997),
στο "This Weight"

This weight is weighing on my heart
This weight is tearing us apart
This weight is weighing on my soul

And it just won't leave me alone

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

In the neighboorhood people watching me
Got to move to protect my sanity
Anonymity is all I want you see
You may think it's mediocrity, but

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking ahout this weight

And this Hollywood ain't no good
I would rather be like Robin Hood
If I could only loose this...

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

And this Hollywood ain't no good
I would rather be like Robin Hood
If I could only loose this...

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2007

Bar-άγκα: Νιώθεις ή μόνο μετράς;

Προχθές έκανα μια βόλτα στην αγορά και κατέληξα σ' ένα καινούριο μπαράκι (ε, δεν θα πηγαίνω και κάθε μέρα στα μπουζούκια).

Όμορφο περιβάλλον, ήσυχο, με διακριτική μουσική, λίγους μα διαλεχτούς πελάτες, μερακλίδικους καφέδες και πολλά ποτά. Μ' άρεσε πάρα πολύ και χθες ξαναπήγα

Τό 'χουν δυο συμπαθητικά παιδιά η Hanna κι ο Helel Ben Sahar. Είναι το CAFE de l' ENFER.
Να πάτε οπωσδήποτε. Και θυμηθείτε να παραγγείλετε απ' τα εξαιρετικά κοκτέιλ του Helel. Εγώ, την πρώτη φορά, πήρα στην αρχή τον "ανδρισμό", μετά το "marlene" και στο τέλος το "λόλα". Υπέροχα. Την άλλη μέρα, δοκίμασα το "βλέφαρο του κεραυνού", μετά το "δικαίωσις", τα "τρία ναι" και στο τέλος το "kuro siwo". Πολύ δυνατά. Τύφλα έγινα, αλλά το φχαριστήθηκα. Αύριο θα πάρω μπύρες, γιατί πήρε το μάτι μου κάτι φοβερά μεζεδάκια που φτιάχνει η Hanna.
.
.
Μ' άρεσε η ιδέα και ζήλεψα. Λέω ν' ανοίξω κι εγώ ένα μπαράκι, αλλά πώς θα το δουλεύω, που ούτε το μαγαζί μου δεν προλαβαίνω.
.
.
.
Λοιπόν, το αποφάσισα. Θα τ' ανοίξω κι ας δουλεύει όποτε ...




Βρήκα μια παράγκα κι έναν παλιό πάγκο


Κουβάλησα λίγα πράγματα

κι έτοιμο!

Βρήκα και όνομα

B a r - ά γ κ α

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε.

.
.
.
Να κι ο πρώτος πελάτης.
Μπήκε χωρίς να χαιρετήσει. Ένα χαμόγελο μόνο, διφορούμενο.
Παράγγειλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και στάθηκε στην άκρη του πάγκου.
Έβγαλε τα τσιγάρα του κι άρχισε να καπνίζει. Αμίλητος.
Τον κοιτούσα που έπαιζε με τον καπνό.
Παράγγειλε κι άλλο κρασί και ξαφνικά τον άκουσα να μιλάει. Δεν μου απηύθυνε τον λόγο, δεν ξέρω αν μιλούσε σε μένα, κοιτούσε προς το μέρος μου και ένοιωθα αμήχανα.

Προσπάθησα να ξεχωρίσω τις λέξεις, αλλά τις πρόφερε μ' ένα τρόπο περίεργο. Σα να κολλούσε η μία στην άλλη, χωρίς τελείες και κόμματα. Χαμηλόφωνα.

Πλησίασα κι άκουσα να λέει:
"Νιώθεις ή μόνο μετράς;", αλλά τώρα δεν με κοιτούσε, δεν ξέρω αν με ρωτούσε . Δεν περίμενε απάντηση. Συνέχισε:
"Έχω εδώ το αίσθημα κι από 'κεί ο λόγος. Έχω εδώ την παιδική αθωότητα κι από 'κει η εκζήτηση των ενηλίκων, εδώ την ποίηση και 'κει η επιστήμη.
.
Έχω το μυστήριο κι οι άλλοι την βεβαιότητα."

Με ξανακοίταξε. Τώρα δεν χαμογελούσε. Τώρα το ύφος του ήταν γλυκό και βλοσυρό μαζί.

Κι η φωνή του δυνατή. Είπε:
"Μακριά απ' το πλήθος, μόνος, χωρίς εξουσία και κύρος και γι' αυτό ικανός, γι' αυτό μπορώ να χλευάσω και να υμνήσω τον παραλογισμό της κοινωνίας, να καταγγείλω τα ψεύδη της εξουσίας."

Είχα τρομάξει. Πρώτη μέρα ανοιχτό το μπαράκι μου και μού 'τυχε αυτή η τρελλάρα.


"Ε, πού 'σαι; Δεν είμαι τρελλός. Μη φοβάσαι. Μόνο που μετράς και δεν νιώθεις ακόμα. Με τον καιρό θα καταλάβεις. Είσαι καινούργιος έτσι; Δεν πειράζει. Αυτή η θέση, πίσω απ' τον πάγκο, πολύ βοηθάει. Θα μάθεις ν' ακούς, θα μάθεις να μη μετράς, θα μάθεις να νιώθεις"

Αυτά μου είπε κοιτώντας με στα μάτια.

Άφησε τα χρήματα στον πάγκο κι έφυγε, όπως ήρθε. Χωρίς να χαιρετήσει.

Συνειδητοποίησα ότι όλη την ώρα δεν είχα βγάλει λέξη.
Όμως ο μπάρμαν πρέπει ν' ακούει. Μ' αρέσει αυτή η δουλειά. Μαθαίνω εύκολα. Ας είναι καλά το Cafe de l' Enfer. Ας είστε καλά ficciones, golem, librofilo κι όλα τ' άλλα μπαράκια που σας ζήλεψα ...


Πέρασ' η ώρα.
Κλείνουμε γι' απόψε και δεν ξέρω πότε θα ανοίξει πάλι το μαγαζί.
Πάντως τα έξοδα δεν τα βγάζει, αλλά ... ποιός μετράει;



Ω γλυκιά αυθόρμητη
γη πόσο συχνά
τα
λεκιασμένα
δάχτυλα των
λάγνων φιλοσόφων σ' έχουν τσιμπήσει
και πασπατέψει



,ο άσεμνος αντίχειρας

της επιστήμης έχει κεντρίσει
την
ομορφιά σου ,πόσο
συχνά σ' έχουν πάρει οι θρησκείες
στα λιπόσαρκα γόνατά τους πάνω
συνθλίβοντάς σε και


γρονθοκοπώντας σε ώστε να μπορέσεις να συλλάβεις
θεούς
(αλλά
αληθινή

στην ασύγκριτη
κλίνη τού θανάτου τού
ρυθμικού σου

εραστή

τους αποκρίθηκες

μόνο με την

άνοιξη)
e.e.cummings [1922]

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 12, 2007

Hermann Broch

Αγκρίκολας εκ γενετής, άνθρωπος που αγαπά την ειρήνη της επίγειας ζωής, άνθρωπος που θαν του ταίριαζ' απόλυτα μια λιτή και στέρια ζωή στους κόλπους μέσα της κοινωνίας του χωριού, άνθρωπος που η ίδια του η καταγωγή θα είχε αποφασίσει να του επιτρέψει να μείνει, να του επιβάλει να μείνει, και που, σε μοίρα υπείκοντας ανώτερη, δεν τού 'χε μήτε να φύγει επιτρέψει απ' την πατρίδα του, μήτε να μείνει εκεί: εξοστρακίσει τον είχε, διώξει τον είχε η μοίρα του από το Κοινόν, από την κοινότητα: τον είχε εξορίσει στην πιό γυμνή, στην πιό τρομερή και στην πιό άγρια μοναξιά του ανθρώπινου τσούρμου, τον είχε κυνηγήσει απ' την απλότητα της ρίζας του και τον είχε φτάσει πέρα μακριά, στην ποικιλία που στιγμή δεν παύει να διπλώνεται και να πτυχώνεται, κι όποτε συνέβαινε να μεγαλώνει σε μήκος κάτι (μ' αυτόν εκεί τον τρόπο) ή σε πλάτος, δεν ήταν άλλο παρά η απόσταση απ' την πραγματική ζωή, μιάς κι αυτή ήταν η μόνη που μεγάλωνε στ' αλήθεια: μέχρι τα όρια των χωραφιών του είχε απλώς περπατήσει, στου βιού του απλώς το περιθώριο είχε ζήσει ο ποιητής: στασιό δεν είχε, δεν έβρισκε στασιό, έφευγε το θάνατο, το θάνατο εγύρευε, εγύρευε το έργο, το έργο τό 'φευγε, ερωτάρης ναι, ξεφωλεμένος πάλι, πλάνητας των παθών τού μέσα και τού έξω κόσμου, της ζωής του της ίδιας μουσαφίρης. Και σήμερα, στο τέλος σχεδόν των δυνάμεών του, στο τέλος του φευγιού του, στων αναζητήσεών του το τέλος,πολεμήσαντας εντός του κι έχοντας πάρει την απόφαση οτ' είναι έτοιμος για τον αποχαιρετισμό, μέσα του πολεμήσαντας για χάρη αυτής της ετοιμότητας κι έτοιμος να πάρει επάνω του την έσχατη αυτή μοναξιά και να περιπατήσει το μέσα του δρόμο της επιστροφής σ' αυτήν, σήμερα η μοίρα, τώρα δηλαδή, μ' όλη της τη βία η μοίρα και μ' όλη της την ισχύ τον είχε γι' άλλη μια φορά κουρσέψει, τού 'χε γι' άλλη μια φορά απογορεύσει την απλότητα της ρίζας του, την απλότητα της μέσα του ζωής, τον είχε βάλει πάλι έξω απ' τον δρόμο της επιστροφής, τον είχε ρίξει ξανά στο στρατί της ποικιλίας του όξω κόσμου, τον είχε ακόμα μια φορά πετάξει στο κακό πού 'χε σκιάσει ολόκληρη τη ζωή του, ναι, σήμερα ήταν σα να τού 'χε στερήσει η μοίρα άλλη μιά μοναδική λιτότητα: τη λιτότητα όχι του θανάτου, μα τη λιτότητα του πεθαμού ...

Τώρα που διαβάσατε μια φορά το παραπάνω κείμενο, κλείστε τη μουσική και κάντε τον κόπο και ξαναδιαβάστε το φωναχτά. Πιάστε το ρυθμό του κι απαγγείλτε το σαν ποίημα. Μη δίνετε προσοχή στο νόημα, τελειώνοντας θα το έχετε κατανοήσει, ακούστε τις λέξεις, ακούστε το νερό που κυλάει, δείτε το ποτάμι που χύνεται, πότε λίγο αργά, πότε λίγο γρήγορα, πότε ορμητικό στη θάλασσα. Δείτε τη θάλασσα, απολαύστε το τοπίο, κλείστε τα μάτια, νιώστε.
Κι αν χρειαστεί, ξαναδιαβάστε το, απαγγείλετέ το τρίτη και τέταρτη φορά. Όσο να γίνει δικό σας, όσο ν' αγαπήσετε τον κόπο που κάνετε, όσο να κερδίσετε το χρόνο που χάσατε ...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου, ώρα 1:50
Προσθέτω το σχόλιο της Abttha,
γιατί είναι ακριβώς αυτό που σκέφτομαι,
αλλά δεν μπόρεσα να γράψω:

τον κερατά το μεταφραστή!
μου 'ρθε κάτι σαν εγκεφαλικό, σταμάτησα να διαβάζω για να μείνω με την πρώτη γεύση μιας γλώσσας που σε τινάζει σα να σε βγάζει μέσα απ'το νερό, ένα πρωί, και σ'αφήνει στον ήλιο να στεγνώνεις, με πλήρη επίγνωση ότι σε κουμαντάρει, δε σ'αφήνει το μυαλό να ξελασκάρει με τίποτα,
σε βάζει στο μονοπάτι και πας, λες και σου φόρεσε χαλινάρι!
και κυβερνάει τον αναγνώστη, σα πράμα, που'ναι ψάρι μέσα στο νερό, καθώς διαβάζει!
φεύγω δεν τ'αντέχω να'ναι τόσο καλός, ζηλεύω!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ήταν έν' απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες του "Βιργιλίου Θάνατος" του Hermann Broch, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, από τις εκδόσεις Gutenberg, στη σειρά "Orbis Literae".
Είχα κάνει, παλιότερα, μια πρώτη παρουσίαση της σειράς, η οποία αποτελείται από ακρογωνιαίους λίθους της δυτικής (κλασικής) πεζογραφίας και για την οποία θέλω ν' αφιερώσω, σιγά-σιγά, αρκετά σημειώματα.

Το "Βιργιλίου Θάνατος" είναι ένα έργο (μυθιστόρημα) του Broch 750 σελίδων που διαβάζεται μονορούφι, σαν ποίημα. Είναι ποίημα και γι' αυτό δύσκολα μεταφράσιμο. Κατατάσσοντάς το στα πεζογραφήματα, είναι σα να κλέβεις από τον ποιητικό ρυθμό του συγγραφέα και από τον μόχθο του έλληνα μεταφραστή. (Άλλωστε, το θέμα του καθιστά το έργο συναφές με τα έπη.)
Ο Hermann Broch (1886-1951) άρχισε να γράφει το "Βιργιλίου Θάνατος" (der Tod des Vergil) το 1936. Αν και είχε διαμορφωθεί ήδη από το 1937 ως μυθιστόρημα σε τέσσερα μέρη, η επεξεργασία του τελείωσε το 1944. Σχεδόν παράλληλα, απ' το 1939, άρχισε να μεταφράζεται στ' αγγλικά, με συνεχή παρακολούθηση του μεταφραστικού έργου από τον συγγραφέα. Μάλιστα πρώτα, Δεκέμβριο του 1944, κυκλοφόρησε η μετάφραση αυτή και κατόπιν, Φεβρουάριο του 1945 το γερμανικό πρωτότυπο.
Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2000. Πάλι καλά! Ο Γιώργος Κεντρωτής ξεκίνησε την μετάφραση τον Δεκέμβριο του 1991 και τελείωσε τις διορθώσεις τον Σεπτέμβριο του 1999. Δεν μπορώ να έχω άποψη για το γερμανικό πρωτότυπο, αλλά όλων οι γνώμες συγκλίνουν ότι πρόκειται για ένα σπάνιο αριστούργημα. Αριστούργημα και το μετάφρασμα, τόσο ώστε να λειτουργεί αυτόνομα σαν πρωτότυπη δημιουργία. Από τα λίγα έργα που δεν σταμάτησα ποτέ να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω, συνεχώς, κι έχω τη γνώμη ότι όσα βιβλία κι αν διαβάζουμε, όσο κι αν αγχωνόμαστε να προλάβουμε την σύγχρονη και τεράστια παραγωγή (χωρίς αποτέλεσμα), σ' αυτά τα μετρημένα κλασικά έργα πρέπει ν' αφιερώνουμε χρόνο και να επιστρέφουμε συχνά. Οδυσσέας, Μόμπυ Ντικ, Δον Κιχώτης, Θεία Κωμωδία, Όμηρος, Γκαίτε, Σαίξπηρ, οι Ρώσοι, οι αρχαίοι έλληνες τραγωδοί, κι άλλοι ακόμη που ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει. Το διάβασμά τους δεν σταματάει ποτέ. Είναι η μεγαλύτερη (και η πιό οικονομική) απόλαυση. Είναι ανάγκη. (Χώρια που μας παρέχει κι ένα κριτήριο να ξεχωρίζουμε τα διαμάντια από τα σκουπίδια της σύγχρονης παραγωγής).
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Χέρμαν Μπροχ γεννήθηκε την 1. 11. 1886 στη Βιέννη.
Η οικογένειά του είναι μια ευκατάστατη εβραϊκή οικογένεια
(ο πατέρας του Josef Broch έχει βιομηχανία υφαντουργίας)
Ο Χέρμαν, μετά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, από το 1904
ως το 1906 σπούδαζε σε τεχνικό κολέγιο με ειδικότητα την
υφαντική και για πολλά χρόνια ( ως το 1927) εργάστηκε στο
εργοστάσιο της οικογένειας.
Κατά τον πρώτο παγκόσμιο
πόλεμο ήταν στον
Αυστριακό Ερυθρό Σταυρό.
Στην Βιέννη ο Μπροχ γνωρίζεται με τους Robert Musil
και Rainer Maria Rilke.
Γνωρίζει, επίσης, την περίφημη Milena,
γνωστή από
την αλληλογραφία της με τον Κάφκα.
Το 1927 το εργοστάσιο της οικογενείας Μπροχ πωλείται
και ο Χέρμαν Μπροχ, σαράντα χρονών πλέον, αφιερώνεται
στο γράψιμο και στις σπουδές .
Από το 1926 ως το 1930
σπουδάζει στην Βιέννη
μαθηματικά , φιλοσοφία και ψυχολογία,
αλλά τελικά τον κερδίζει
η λογοτεχνία.
Το 1928 ξεκινά τους "Υπνοβάτες", που εκδίδονται το 1931.
Είναι μια τριλογία,
που καλύπτει 40 χρόνια (1880 - 1920)
γερμανικής
ιστορίας. Ένα μυθιστόρημα για την παρακμή και την
αποσύνθεση των αξιών, όπου
η μυθιστορηματική αφήγηση
συναντά την ποίηση και την φιλοσοφία, το οποίο αποδεικνύεται

προφητικό έργο. Ο ναζισμός εδραιώνεται στην Γερμανία και
μετά την προσάρτηση της Αυστρίας το 1938, ο Μπροχ
συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.
Σώζεται με την παρέμβαση
των φίλων του και με την βοήθεια του
Τζαίημς Τζόυς
και άλλων συγγραφέων.
Φεύγει για το Λονδίνο, μετά Σκωτία
και τελικά, το 1939, καταλήγει
στην Αμερική, στο Νιου Τζέρσεϋ .
Το 1945 δημοσιεύεται το "Βιργιλίου Θάνατος" που δίνει νέα ώθηση
στη λογοτεχνική έκφραση
. Παράλληλα γράφει άρθρα , δοκίμια και ποιήματα
Στην Αμερική περνά δύσκολα χρόνια. Τα δυο έργα του δεν φέρνουν
χρήματα.
Το επόμενο βιβλίο του " Οι Αθώοι" είναι ένα
ιδιότυπο μυθιστόρημα , που ο Μπροχ συνθέτει
προσθέτοντας
εμβόλιμα σε πέντε παλιά του αφηγήματα , που
αναθεωρεί,
έξι καινούρια και τρία ποιήματα.
Είναι ένα βιβλίο, ουσιαστικά,
γραμμένο
μέσα σε διάρκεια 35 χρόνων. Από το 1913 ως το 1948.
Ο Μπροχ παντρεύτηκε δυο φορές. Την πρώτη το 1909
στη Βιέννη και τ
ην δεύτερη το 1949 στην Αμερική.
Τις παραμονές μιας επίσκεψης στην Ευρώπη παθαίνει
καρδιακή προσβολή.
Πεθαίνει στο New Haven στις 30.5.1951
Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα
" Ο Εκμαυλιστής".
Το 1999 κυκλοφορούν τα έργα του " Ψυχική
Αυτοβιογραφία
" και "Η αυτοβιογραφία ως πρόγραμμα εργασίας ".
Στα άπαντα του περιλαμβάνονται ποιήματα, δοκίμια, άρθρα, θεατρικά,
αλληλογραφία και κείμενα ψυχανάλυσης .
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν:
1. Οι Υπνοβάτες ( τριλογία )
Μετάφραση : Κώστας Κουντούρης
Εκδόσεις : Μέδουσα - 1987
2. Βιργιλίου Θάνατος
Μετάφραση : Γιώργος Κεντρωτής
Εκδόσεις : Gutenberg - 2000
3. Οι Αθώοι
Μετάφραση : Νίκος Λίβος
Εκδόσεις : Κριτική - 1989
4. Τσερλίνε (Ένα διήγημα απ' τους Αθώους )
Μετάφραση : Γιώργος Κόκκινος
Εκδόσεις : Κριτική - 1988
5. O Χόφμανσταλ και η εποχή του (δοκίμιο)
Μετάφραση: Δημ. Πολυχρονάκης
Εκδόσεις: Πατάκη - 2003
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο (και συνμπλόγκερ) Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και ζεί στην Κέρκυρα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2007

Τα χαΐρια μας εδώ

Σ’ όλους αυτούς που μού ’χουνε πρήξει τ’ αρχίδια

(στους πολιτικοποιημένους ορθώς ή στους κομματικοποιημένους εσφαλμένως,

με μια λέξη, στους πολυκομματιασμένους),

με τα "μη" τους και τα "όχι" τους,

λές και θέλουν να προλάβουν το μεγάλο κακό, να με γλιτώσουν από το μεγαλύτερο αμάρτημα,

δύο ερωτήματα:

1.- Τι θα συμβεί, δηλαδή, αν βγει αυτοδύναμη κυβέρνηση;

2.- Τι θα συμβεί, δηλαδή, αν δεν βγει αυτοδύναμη κυβέρνηση;

Μπορείτε να επιχειρηματολογήσετε στα σχόλια, αλλά, παρακαλώ, επί των ερωτημάτων. Με δική σας ευθύνη.

(Σε περιπτώσεις άσχετης επιχειρηματολογίας, θα τιμωρηθείτε με κράξιμο.)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Επανέρχομαι στα λογικά μου!


...............................................................

Τ’ αραμπαδόξυλο

Ήτανε μια φλυτζανού. Κουφή ήτανε… κουπακού… Η κυρα-Μαργαρίτα και σού ’λεγε:

- Με θέτε; Βάλ’ το μπρίκι κι έρχομαι, γιατί πάω στην τάδε και στην τάδε πιο μπροστά.

- Τι ’κανες κυρά-Μαργαρίτα; Την πάντρεψες την κόρη σου;

- Την αρραβώνιασα μ’ έναν φαν-ΤΑρο κι ο φαν-ΤΑρος την άφηκε που παντρεύτηκε.

- Γιατί την άφηκε;

- Να… γιατί μικρή ηπήγε κι ήπαιζε εκειδά στον αραμπά και χτύπησε στ’ αραμπαδόξυλο, σ’ εκείνο το μεγάλο πού ’ναι ανάμεσα στα δυό τ’ αλόγατα και ξεκοριτσιάστηκε. Και του βάλανε τα λόγια, κι είπε πως δεν τη βρήκε κορίτσι και την άφηκε ο φαν-ΤΑρος...


«Το αραμπαδόξυλο» περιλαμβάνεται στ’ απομνημονεύματα

της Σμυρνιάς χήρας του ρεμπέτη Βαγγέλη Παπάζογλου,

Αγγέλας, όπως τα κατέγραψε ο γιός της

Γιώργης Παπάζογλου στο βιβλίο

«Τα χαΐρια μας εδώ»

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb