... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Δευτέρα, Νοεμβρίου 26, 2007

Απ' την αρχή

Πόσο δύσκολο είναι ν’ αρχίσουμε από την αρχή; Δεν είναι, απλώς, δύσκολο. Ουσιαστικά, είναι ακατόρθωτο.
~.~
~~.~~
~.~

Πόσες φορές, από μικροί στο σχολείο, σκίσαμε τα χαρτιά μας ή τα τσαλακώσαμε και τα πετάξαμε στο καλάθι των αχρήστων, στην προσπάθεια να λύσουμε ένα πρόβλημα; Πόσες φορές διαγράψαμε όλες τις γραμμένες με κόπο αράδες, διαπιστώνοντας ότι δεν φτάνουν στη λύση του προβλήματος; Και είπαμε: «Ξεκινάω από την αρχή». Στην πραγματικότητα, συνεχίζαμε πάντα την ίδια προσπάθεια, έχοντας στο νου όλες τις εμπειρίες που αποκομίσαμε μέχρι τότε, αποκλείοντας ίσως κάποιους δρόμους, που διαπιστώσαμε ότι δεν οδηγούν στη λύση, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει «από την αρχή». Σημαίνει ότι συνεχίζω, γνωρίζοντας ήδη περισσότερα από πριν. Πριν την αρχή.
Πόσες φορές είπαμε «ξεκινάω τη ζωή μου από την αρχή»; Μπορεί καμία, μπορεί μία ή λίγες φορές, πάντως, κάποιοι από μας αισθανθήκαμε την ανάγκη μιας νέας αρχής. Είτε γιατί δεν μας πήγαν καλά τα πράγματα είτε γιατί φτάσαμε σε αδιέξοδο, κουρασμένοι, τσακισμένοι, με μια βαθιά ανάσα, λες και σβήνει το παρελθόν με μιαν ανάσα, όσο βαθιά κι αν είναι, αισιοδοξώντας ότι με νέες δυνάμεις θα αποφύγουμε τα ίδια λάθη, είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε στη μέση της ζωής μας –ή και στην άκρη της– πάλι την ίδια ζωή, την μια ζωή που έχουμε, κάνοντας νέα λάθη.
Τυχεροί και μακάριοι όσοι δεν σκέφτηκαν ποτέ να ξαναρχίσουν από την αρχή. Επειδή είναι ευχαριστημένοι, επειδή δεν το διανοούνται ή επειδή αποφασίζουν να φτάσουν στο τέρμα, να ορίσουν το τέρμα, να το επιλέξουν. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κι όσοι από μας είπαν «θα κάνω μια καινούργια αρχή» κι αυτοί που γνωρίζουν ότι δεν μπορούν, ότι δεν υφίσταται ως έννοια το πάλι από την αρχή, την ίδια, μία ζωή, διαχειριζόμαστε.
Πιθανώς, να είχε σημασία και αξία το να ξεκινήσουμε πριν από την αρχή. Αλλά κάτι τέτοιο είναι εντελώς αδύνατο. Δεν μπορείς ν’ αρχίσεις πριν από την αρχή. Μόνο από την αρχή μπορείς ν’ αρχίζεις ποτέ πριν απ’ αυτή. Έπειτα είναι κι αυτή η γλώσσα, που οργανώνει απόλυτα και δεσμευτικά τη σκέψη. Φτάνουμε στα όρια του λογισμού, εξαντλώντας τα όρια της γλώσσας. Ακόμη κι αν θεωρούμε ή ελπίζουμε ότι η ψυχή του ανθρώπου, το πνεύμα (ότι κι αν αυτός ο όρος σημαίνει ή όσες σημασίες κι αν του αποδώσουμε, ο νους, ο Λόγος) θα μπορούσε να τα καταφέρει καλλίτερα. Πώς; Πώς θα το εκφράσουμε; Με ποια λόγια και με τι γλώσσα;
Υπάρχει, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που στιγμιαία φωτίζεται, σαν μυστικό που συλλαμβάνει ο νους μας, φευγαλέα αλλά αληθινά ή τουλάχιστον δημιουργώντας την πεποίθηση της αλήθειας. Και μετά; Όσο τούτη η μυστική αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί, όσο παραμένει ανείπωτη, πόση αξία μπορεί να έχει, πόση χρησιμότητα για να κατανοήσουμε την σχέση της με μας ή την σχέση μας με τον άλλο; Παραμένει ανέκφραστη, ακοινώνητη αλήθεια. Με μεγάλη προσπάθεια, για να ξεπεράσουμε το φευγαλέο χαρακτήρα της, το πολύ-πολύ να κατορθώσουμε ν’ αποτελέσει τα ασαφή όρια, εντός των οποίων θα επιχειρήσουμε να την εκφράσουμε. Δεν είναι λίγο, αλλά, απ’ την άλλη, αν δεν μπορούμε να πούμε τις σκέψεις μας, πόσο σκέψεις είναι;
Θα τολμούσα να πω ότι αν δεν υπάρχει σε κάτι η απάντηση, αν δεν υπάρχουν λέξεις που να διατυπώνουν μιαν απάντηση, τότε δεν πρέπει να υπάρχει και η ερώτηση. Θέλω να πω, το φευγαλέο μυστικό μιας αλήθειας είτε σου δημιουργεί βεβαιότητα είτε χάνεται. Ερώτημα, πάντως, δεν είναι.
Κι έτσι φτάνουμε πάλι στην αρχή. Πάλι από την αρχή, μετά από μια μικρή σιωπή, όπου αφήνεις τα φώτα αναμμένα και την οθόνη λευκή ή να προβάλει αχνά τις διαφημίσεις των διλημμάτων σου. Πάλι από την αρχή, έχοντας διαπιστώσει ότι έκανες διαφορετικά λάθη από τα λάθη που διαπίστωσαν οι άλλοι. Πάλι από την αρχή, έχοντας επίγνωση ότι συνεχίζεις να είσαι ο ίδιος, έτοιμος να κάνεις όσα λάθη δεν πρόλαβες.
Όχι, δεν είναι άσχημα τα πράγματα. Τουλάχιστον δεν είναι τόσο άσχημα όσο φαίνονται. Αν αξίζει κάτι είναι οι στιγμές που διαπιστώνεις τα λάθη σου. Και χαίρεσαι που τα έκανες, γιατί μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα τα διαπίστωνες. Αυτά σου δείχνουν το δρόμο, αυτά χαράζουν το δρόμο. Αυτά σε κρατούν ζωντανό. Λάθη και αμαρτίες. Ανθρώπινα λάθη κι ανθρώπινες αμαρτίες, αν και ο προσδιορισμός «ανθρώπινα» είναι περιττός. Μόνο ο άνθρωπος κάνει λάθη και μόνο όταν κάνει λάθη είναι άνθρωπος.
Κλείνουν τα φώτα, η οθόνη σκουραίνει κι εγώ αρχίζω ξανά να προβάλλω τις αμαρτίες μου. Η ζωή είναι ωραία, όσες φορές κι αν την αρχίζεις. Αρκεί να μην την παραπάρεις στα σοβαρά …


ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μελοποίηση: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Εμμανουήλ Ροΐδης

«Voi chentrate, lasciate ogni speranza» σημειώνει ο Ab Irato στο σχόλιο του προηγούμενου ποστ, αναφερόμενος στην Δαντική Κόλαση, φαντάζομαι, και όχι σ’ αυτό το blog. Φαίνεται ότι κι ο Δάντης, παρακολουθώντας την εποχή του, ήταν εξ ίσου οργισμένος. Ξεχάστε κάθ’ ελπίδα, εσείς που μπαίνετε (Lasciate ogne speranza, voi chintrate), έγραφε στο Canto III της Κόλασης.

dante.jpg

Πρόθεση της σελίδας αυτής, αντίθετα, είναι να μην ξεχαστεί η ελπίδα, να διατηρηθεί ο πόθος για την Ιθάκη του καθενός μας. Με την λογοτεχνία για καράβι, το μυθιστόρημα για πυξίδα. Γιατί, αφού οι θεοί εξαφανίστηκαν, οι μύθοι τέλειωσαν, το μυθιστόρημα μόνο μπορεί να κρατήσει αφυπνισμένη την συνείδηση την ανθρωπινότητάς μας.

Η επιλογή του Δάντη στο εισαγωγικό σημείωμα ήταν αναγκαία, για τη «νομιμοποίηση» του τίτλου αυτού του blog, αλλά μας έπεσε λίγο βαριά.

«Ο Δάντης έχει πλάσει στον νου του την απύθμενη άβυσσο. Έχει δημιουργήσει το έπος των φασμάτων. Ξεθεμελιώνει τη Γη· στο τρομερό ρήγμα που απομένει, τοποθετεί τον Σατανά. Κι ύστερα σπρώχνει τον κόσμο, μέσα από το Καθαρτήριο, ψηλά στον Παράδεισο. Εκεί που όλα τα άλλα τελειώνουν, αρχίζει ο Δάντης. Ο Δάντης βρίσκεται πέραν του ανθρώπου».

Μ’ αυτά τα λόγια του Ουγκώ, θ’ αφήσω, προς το παρόν, τον Δάντη. Και για να παίξω με τον Ab Irato λίγο ακόμη, ας ακουστεί και η άλλη πλευρά (audiatur et altera pars) ή καλλίτερα, πολλές πλευρές, για να διαπιστώσουμε ότι όλες μαζί κύκλο σχηματίζουν και δεν βρίσκεται η μία απέναντι στην άλλη. Εξ άλλου, η ψυχαγωγία γίνεται πιο λειτουργική με το χαμόγελο. Έστω κι αν είναι λίγο πικρό.


roidis.jpg

Εμμανουήλ Ροΐδης, λοιπόν, για τη συνέχεια. Με δύο κείμενα, που αυτό το πικρό χαμόγελο το βγάζουν αβίαστα. Μέχρι και γέλιο τρανταχτό.

· «Ιστορία ενός τουφεκισμού», και

· «Τα εφήμερα»,

Ούτως ή άλλως, ο Παράδεισος μπορεί να περιμένει.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρα το 1836. Το 1860 μεταφράζει το Oδοιπορικό του Σατομπριάν. Tα επόμενα χρόνια αρθρογραφεί για πολιτικά και λογοτεχνικά ζητήματα, σε εφημερίδες και περιοδικά. Mοναδική στιγμή στο έργο του είναι η έκδοση το 1866 της Πάπισσας Iωάννας. Το 1873, με τα Λαυρεωτικά, o Pοΐδης χάνει όλη την περιουσία του. Το 1875 παρεμβαίνει δραστικά στον δημόσιο βίο με την έκδοση της σατιρικής εφημερίδας Aσμοδαίος. Το 1877 προκαλεί σκάνδαλο όταν, στη διαμάχη του με τον Άγγελο Bλάχο, εκφράζεται αρνητικά για το σύνολο σχεδόν της ελληνικής ποίησης. Το 1893 εκδίδονται τα Eίδωλα που αποτελούν τη δική του συνεισφορά στην αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος. Tην ίδια εποχή δημοσιεύει τα Συριανά διηγήματά του, καθώς και πλήθος χρονογραφημάτων, επιφυλλίδων και σκαλαθυρμάτων. Eγκατέλειψε τα εγκόσμια το 1904.

Το μυθιστόρημά του Ροΐδη «Πάπισσα Ιωάννα» γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες, μέχρι που μεταγλωττίστηκε στα σύγχρονα Νεοελληνικά και κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Τα διηγήματά του δεν έτυχαν της ίδιας προσοχής. Σ’ αυτά τα διαχρονικής αξίας κείμενα, όμως, φανερώνεται πιο εύγλωττα ένα πνεύμα προκλητικό, καυστικό, ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο. Με πολύ χιούμορ, χρησιμοποιεί «το ύφος σαν ξίφος για να ορίσει τη διαφορά του από τους συγχρόνους του. Η πολεμική του, ως ρήξη με το περιβάλλον του, κινητοποιεί τη μαχητική άρνηση στο πεδίο του λόγου. Είναι η τυπική περίπτωση του συγκρουσιακού διανοούμενου, με όλες τις αρετές, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις αυτής της αποστολής. Την τέχνη της διένεξης, που δεν είναι άλλη από την τέχνη του λόγου στην πιο δύσθυμη και ριψοκίνδυνη εκδοχή της, μελετούν τα δοκίμια που περιέχονται στον ανά χείρας τόμο και, εν μέρει, την υπηρετούν» (Δημ. Δημηρούλης: Εμμ. Ροΐδης, η τέχνη του ύφους και της πολεμικής – εκδ. Μεταίχμιο). Πιθανώς, θέμα ύφους είναι η εμμονή του σ’ αυτή την στυλιζαρισμένη καθαρεύουσα – το μοναδικό του κείμενο στη δημοτική, αν και υπέρμαχός της, είναι το διήγημα-παραμύθι «Η μηλιά».

Εργογραφία

Πεζογραφία

Πάπισσα Ιωάννα , 1866
Ορέστης και Πυλάδης , 1885
Ιστορία ενός σκύλου , 1893
Ιστορία μιας γάτας , 1893
Ιστορία ενός αλόγου , 1894
Ψυχολογία Συριανού συζύγου , 1894
Η εορτή του πατρός μου , 1895
Η μηλιά , 1895
Το παράπονο ενός νεκροθάπτου , 1895
Μονόλογος ευαισθήτου , 1896
Το ξεστούπωμα , 1898

Μεταφράσεις

Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. , 1860
Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας
Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας
Ποιήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε

Μελέτες-Αρθρα-Κείμενα

Επιστολαί ενός Αγρινιώτου , 1866
Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της υπ’ αριθμόν 5688 εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου , 1866
Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως , 1877
Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής , 1877
Τα Κείμενα , 1877
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης , 1879
Γεννηθήτω φως , 1879
Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 , 1885
Πάρεργα, επιμέλεια. Δ. Ι. Σταματόπουλος , 1885
Το ταξίδι του Ψυχάρη , 1888
Τα Είδωλα , 1893

Πολλά κι ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Ροΐδη μπορείτε να βρείτε και στις ακόλουθες διευθύνσεις:

1. Βικιπαίδεια

2. e-Alexandria

3. xestus olus

4. Ε.Ε.Ν.Σ.

5. Τμήμα Φυσικής Παμ/μίου Αθηνών

6. Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας


2 Απαντήσεις to “Εμμανουήλ Ροΐδης”


  1. 1 vrakas kostas Σάββατο, 17 Νοέμβριος 2007 σε 7:51 μ.μ

    “Πρόθεση της σελίδας αυτής, αντίθετα, είναι να μην ξεχαστεί η ελπίδα, να διατηρηθεί ο πόθος για την Ιθάκη του καθενός μας.”
    Σκοπος ειναι,να ζησουμε την περιπετεια Κωστη!Πριν την Ιθακη!Γιατι ,καλος στοχος η Ιθακη αλλα…εκει ειναι και το τελος μας!Και δεν θελω να οδηγω τον εαυτο μου σε εναν στοχο/ποθο που θα ειναι το…τελος μου!
    Κι οσο για την ελπιδα,και αυτη πεθαινει!Κι ας.. πεθαινει τελευταια!
    Δεν ελπιζω σε τιποτα!Την μοιρα μου προκαλω καθημερινα!Και τιποτα δεν φοβαμαι περισσοτερο απο τον εαυτο μου!
    Διοτι μου ειναι, αγνωστος…πολυ ακομα!
    Ετσι μου ερχεται η επιθυμια,να κατεβω εκει στον Βολο και να γινουμε” λιωμα” στα τσιπουρα συζητωντας βρε Κωστη!

    Σε μπελα μπηκα να προσπαθω να ξαναμιλησω/γραψω Ελληνικα!Που να διαβασω εγω τωρα Δαντη και Ροιδη εδω;Στην Ελληνικην εννοω!

    Βαρεμενος ειμαι με τον γραπτο τον λογο και με το” καποιο επιπεδο”!Κατι που μου λειπει αφανταστα εδω!
    Φταιει και που σκοτεινιαζει νωρις!Και ισως γενικα μου λειπει το “μπλε”!Οτι αυτο συνεπαγεται!Θαλασσα,ουρανος…κλπ!

    Τελος παντων…παω να ανοιξω …καποιος μου χτυπα την πορτα.Θα τα ξαναπουμε!Γεια!

  2. 2 cropper Πέμπτη, 6 Δεκέμβριος 2007 σε 4:31 π.μ.

    Φιλαράκο, σου απάντησα στον “περίπατο”, σε προηγούμενο ποστ. Αλήθεια, η Ιθάκη είναι για μερικούς το ταξίδι.
    Άντε ντε, κάντο. Την κάθοδο στον Βόλο εννοώ, κι όπου μας βγάλουν τα τσίπουρα και η κουβέντα.

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Τα εφήμερα

Τα εφήμερα

Διήγημα

roidis-2.jpg

Εμμανουήλ Ροΐδης


Το σκέπτεσθαι φρονίμως είναι πολλάκις συνώνυμον του μη σκέπτεσθαι.

- Εμμ. Ροΐδης

Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν’ αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:

«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄).

Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα.

Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.

Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ’ ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ’ ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.

Tα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια.

Tα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Eίς τινας χώρας και ιδίως εν Bελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Tα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Tα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ’ η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Oλίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού.

Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Mαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατώρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν’ αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Tοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.

Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Kηφισού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Kολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Aφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Kυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. O καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως να εκρυφομίλουν.

Aλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ιπταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Oυδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Tο πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώσει περί των εφημέρων, και μετ’ αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπαγόρευε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είναι ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είναι τις ούτε κοιμάται ακόμη. Eις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίσει η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είναι να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην.

M’ εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ’ άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον.

― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω.

― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων· όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ’ έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν’ αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.

Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ’ αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ’ αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός.

Kατ’ εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν’ απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν’ ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας.

Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ’ αρκετά σ’ εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ’ εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ’ αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε.

Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ’ ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.

Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Aλλ’ αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απεναντίας και αναμφισβήτητον είναι ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ούδ’ εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Oυδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν’ αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της δια ν’ ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Mόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, δια τον λόγον ότι είναι ακαταμάχητον το επιχείρημα: “Kυρία μου, δεν έχομεν καιρόν”.

Aλλ’ ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, δια τον λόγον ότι ουδέ δια τας τοιαύτας δεν περισσεύει καιρός. Eίναι τα μόνα πλάσματα, δια τα οποία είναι ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; H ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι’ ύδατος το ποτήριον, μέχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.

Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα, τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είναι το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή.

Mόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν’ αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ’ αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού.

Kατ’ αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον, αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν’ αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Tην απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είναι βάσανος οδυνηρά. Tον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Mόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου.

Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησιν, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Aύται είναι τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Eκκλησιαστού και του Iερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδι, ώστε κατήντησαν κοινοί τόποι. Kατ’ ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ’ αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπίνη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. O βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του.

Mη αρκούμενος να ζήση και ν’ αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγχνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητή ν’ ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος, αντί να ενοχλή δια της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει δια των ανταποκρίσεων αυτού ή δια του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Pώμη, εν Πετρουπόλει, εν Nέα Yόρκη και εν Πεκίνω.

Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Tην διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Aληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ’ εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν δια να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Eπί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Oυφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Mακροβιωτική. Aν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως εις Aγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Oυδ’ ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οιονδήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού.

Δεν εννοώ δια τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν ούτε το περί αθανασίας της ψυχής χριστιανικόν δόγμα, αλλ’ άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών δια του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Tούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ’ αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είναι να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις.

Aλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν’ αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Mεθύομεν προκαταβολικώς δι’ οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. O πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ’ εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν’ ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων.

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Ιστορία ενός τουφεκισμού

Ιστορία ενός τουφεκισμού

Διήγημα

roidis-1.jpg

Εμμανουήλ Ροΐδης

Σέβομαι τους νεκρούς και όταν ακόμη είναι ζωντανοί.

- Εμμ. Ροΐδης

Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: H εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ’ όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ’ όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη;

Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ’ αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ’ ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ’ ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ’ άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ’ ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν’ αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου.

Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ’ αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν’ αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ’ ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ’ ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν’ ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου.

Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ’ ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ’ υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ’ άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν’ αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου.
Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ’ εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ’ εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν’ αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν’ απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως.

Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ’ αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187… την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ’ αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την… κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης.

Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν’ αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ’ ήτο δυνατόν ν’ ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ’ υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ’ επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ’ επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας.

Oυδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ’ ολίγον μ’ έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου.

― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν’ αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν’ αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν.

― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας.

― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν.

― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς.

― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον;

― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον;

― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς.

― Δεν σας εννοώ.

― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ’ επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ’ εγώ δεν ζηλεύω.

Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν’ αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής:

― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Nαπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι’ ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ’ όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν’ αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως.

Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν’ απονέμη χάριν, επ’ αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως.

Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Nαπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν’ αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι’ οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν’ αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ’ ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ’ απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ’ ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο.

Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν’ αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν’ απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία.

Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν».

― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου;

― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των;

― Τους ενθυμούμαι.

― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν’ αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον.

Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν.

― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου.

Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών.

Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου.

― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν;

― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών.

Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν’ αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια.

Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας.

― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ.

― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν.

― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας.

― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ’ απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ’ απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ’ οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν’ ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον.

Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν.

Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ’ αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις.
Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των ‘Μασναδιέρων’ του Βέρδι:

Tra - la, Trala lala,

n’andremo d’un salto

nel mondo di là.

Ήτοι:

θα πάγω μ’ έvα πήδημα

ίσια στov άλλον κόσμοv!

Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ’ ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ’ αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας.

Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν’ αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν’ αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια;

― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ’ αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους;

― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ’ άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ’ εκείνος πολλά ότι θ’ απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως.

Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι’ ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος ‘αρχαιολόγος’ (antiquario), σημαίνων εν Σικελία ‘πωλητής αρχαιοτήτων’.

Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο ‘σπάνια’ νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν’ απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι.


[1] O ρευστός υδράργυρος και το κοπανισμένον υαλίον, τα καθ’ εαυτά αβλαβέστατα, θεωρούνται κατά δημώδη πρόληψιν εν Iταλία και πολλαχού, νομίζω, της Eλλάδος ως φοβερά δηλητήρια.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Lolικά συμπεράσματα

Έχων ηλικίαν, και δη την ηλικίαν της απολύτου πλειοψηφίας των ετών μου, καθ’ όσον πενήντα πλέον ενός κατέστην, δύναμαι να είπω λόγους τινάς, να εκφέρω κρίσεις εν είδει συμπερασματικών συλλογισμών, αδιαφορών περί της ορθότητος ή μη τούτων.

Το πρώτον, ει μη και πρωταρχικόν, συμπέρασμα, μετά μεγάλης ευκολίας εξαγόμενον, ότι η νεότης αναντικατάστατος είναι.

Ούτω, ο μέγας θεράπων της εβδόμης λεγομένης τέχνης Δάσιος Ολ-εν*, ακαταπαύστως σκηνοθετών στιγμάς του βίου του, οδηγήθη εις το ασφαλές τεκμήριον αθωότητος, συνευρισκόμενος μετά νεανίδων διαδοχικώς μικροτέρας, αλλ’ ουχί εκ του λόγου τούτου μικροχαρείς, μάλιστα ασχέτως θρησκεύματος ή άλλων τινών πεποιθήσεων. Τοιαύτη συνεύρεσις δεν δύναται, βεβαίως, να αφαιρέση τα παρελθόντα έτη ουδέ τας ρυτίδας ή άλλα σημεία προστιθέμενα κατά την πάροδον του χρόνου. Δεν δύνατ’ έτι περισσότερον να αφαιρέση τας παρελθούσας του βίου εμπειρίας ουδέ, κατ’ αυτόν τον τρόπον, να σμικρύνη αυτό τούτον το παρελθόν. Δύναται, όμως, η συνεύρεσις αύτη, δημιουργούσα πλάσμα ζωής και συναισθήματος, να καταστήση τον ηλικίαν έχοντα, οιονεί παιδίον μετά παιδίσκης παίζον. Με μίαν προϋπόθεσιν, ότι αι καίριαι κεφαλαί ημών και ένια ακόμη ζωτικά όργανα των ανθρωπίνων οργανισμών αιματούνται ικανοποιητικώς, ώστε και αι αισθήσεις διατηρώνται καθ’ όλην την διάρκειαν των παιγνίων. Όθεν, αναγκαία συνθήκη η αιμάτωσις, ήτις μεγενθυντικάς ιδιοτήτας διαθέτουσα, παρατείνει τας ηδονάς της νεότητος και αντιστρόφως.

Το δεύτερον εξαγόμενον ευκόλως επίσης συμπέρασμα, αλλά λίαν δυσκόλως αποδεκτόν, ότι και το γύρας αναντικατάστατον είναι. Οι δε λόγοι προφανείς.

- - - - - - - - - - - - -

* Woody All-en.

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb