... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Μες το χρόνο να περάσω

Θέλω την καρδιά να σφίξω
πέτρα πίσω μου να ρίξω
και να φύυυυυυυυγω

(μάλιστα κύριε)

μες στο χρόνο να περάσω
κι άν μπορέσω να ξεχάσω
λίγο λίιιιιγο

(μάλιστα κύριε)

Μα τις νυχτιές σαν συλλογιέμαι
τα μάτια της τα μενεξιά
φοβάμαι και αναρωτιέμαι
πως θα σ' αντέ-
πως θα σ' αντέξω μοναξιά

(μάλιστα κύριε)


Θέλω μια στιγμή να φτάσει
που ότι με κρατάει να σπάσει
να ξεφύυυυγω

(μάλιστα κύριε)


Όλα να τα λησμονήσω
και σε μια γωνιά να σβύσω
λίγο λίιιιιγο

(μάλιστα κύριε)
~~~


Άντε να περάσουμε στον άλλο χρόνο τώωωωρα!

~~~

Το τραγούδι του Ζαμπέτα είναι τόσο γνωστό που δεν χρειάζεται ο ήχος.
Οι στίχοι του Αλέξαντρου Καγιάντα είναι που χρειάζονται...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 23, 2007

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: MOBY-DICK or, THE WHALE - ΙΙ

moby_dick_1.jpg

ΛΕΓΟΝΤΑΣ «έννοια» εννοούμε ότι κάθε τι που σχετίζεται με τον όρο αυτό, είναι αποτέλεσμα, είναι προϊόν της σκέψης. Επειδή πολλά πράγματα εξαρτώνται από την ορολογία, να αποσαφηνίσω –όσο είναι δυνατόν- ότι λέγοντας «σκέψη» εννοώ τη νόηση και την διάνοια, το νόημα και τη σημασία, τον νου και το μυαλό, το ανθρώπινο πνεύμα και τον συλλογισμό, τον λόγο και τη λογική, τη φαντασία και την ψυχή, την αίσθηση και τα συναισθήματα, την σκέψη δηλαδή με την πιο ευρεία έννοιά της, η οποία, με τη σειρά της, μια έννοια είναι κι αυτή.

Ο Σωκράτης δίδασκε ότι μόνο με την γνώση των «καθολικών εννοιών» μπορούμε να συλλάβουμε την αλήθεια.

Ο Πλάτων ονομάζει την έννοια «συντονία διανοίας», δηλαδή ενεργοποίηση του νου.

Ο Αριστοτέλης θεωρεί τις έννοιες «παθήματα ψυχής» και τις ονομάζει «νοήματα».

Ο Ζήνων και οι Στωικοί έλεγαν ότι η έννοια είναι μια εικόνα του νου, η οποία αν και δεν υπάρχει, θεωρείται σαν κάτι υπαρκτό.

Και οι λέξεις; Οι λέξεις είναι τα σύμβολα των εννοιών. Για να μείνουμε στην ελληνική αρχαιότητα, ορισμένοι θεωρούσαν τις λέξεις πραγματικότητες, γεννήματα της φύσης (Δημόκριτος, Πλάτων) και άλλοι συμβατικές κατασκευές (Ερμογένης, Αριστοτέλης).

Η συζήτηση αυτή συνεχίστηκε κατά τον Μεσαίωνα, όπου σχηματίστηκαν δύο απόψεις. H πραγματοκρατία ή ρεαλισμός (realismus) και η ονοματοκρατία ή νομιναλισμός (nominalismus).

Στο πλαίσιο της πραγματοκρατίας, ορισμένοι φιλόσοφοι υποστήριξαν, επηρεασμένοι από τον Πλάτωνα και την διδασκαλία για τις ιδέες, ότι τα «καθόλου» ή «καθολικά» (ήτοι οι έννοιες που εκφράζουν τις κοινές ιδιότητες ομοειδών πραγμάτων, π.χ. δέντρο, άνθρωπος, τραπέζι) είναι πραγματικά (res, universalia ante rem) και άλλοι, ακολουθώντας την σκέψη του Αριστοτέλη, ισχυρίστηκαν ότι τα «καθόλου» δεν είναι διαφορετικά από τα «καθ’ έκαστα», αλλά υπάρχουν μόνο μέσα σ’ αυτά, εν αυτοίς (universalia in re).

Στο πλαίσιο της ονοματοκρατίας, αντίθετα, αναπτύχθηκε η άποψη ότι τα «καθόλου» δεν υπάρχουν ως πραγματικά, αλλά ως “γενικά ονόματα”, που προϋποθέτουν την ύπαρξη των «καθ’ έκαστον» (universalia post rem).

Επίσης, υποστηρίχθηκε (ΠέτροςΑβελάρδος, 1079-1142) και μια ενδιάμεση θεωρία, η εννοιοκρατία (conseptualismus), κατά την οποία τα «καθόλου» δεν υπάρχουν καθ’ εαυτά ούτε είναι γενικά ονόματα, αλλά γενικές έννοιες, περιλήψεις δηλαδή των όντων, που ομαδοποιούνται βάσει των ομοιοτήτων τους.

Πλησιάζοντας τα σημερινά χρόνια, οι θεωρίες πολλαπλασιάζονται, δεν καταλήγουν σε κοινό τόπο, κοινό συμπέρασμα, αλλά λίγο-πολύ βασίζονται στις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ίσως ο Λάιμπνιτς και οι μετά απ’ αυτόν ν’ άρχισαν διαφοροποιούνται, ωστόσο όσα αναφέρθηκαν είναι αρκετά. Δεν θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια οι προσπάθειες να βρεθεί κοινός τόπος, γιατί το ζητούμενο ορίζεται διαφορετικά κάθε φορά και δεν υπάρχει κοινό συμπέρασμα. Άλλωστε, ζητούμενο αυτών των σημειωμάτων είναι η γνωσιολογία του Μέλβιλ και για την προσέγγισή της, αυτά που μπορούσε να έχει υπ’ όψιν του ο ίδιος, είναι τα σημαντικά.

~.~.~.~.~.~

Και μ’ αυτό το καθρέφτισμα των εννοιών, μ’ αυτή την παραδοχή, ξεκινάει το νοητό ταξίδι γύρω από την έννοια του εαυτού μας.

Το προηγούμενο σημείωμα τελείωνε μ’ αυτήν την παράγραφο:

Σαν τον συγγραφέα Λομπάρδο στο Μάρντι, που δηλώνει ότι είναι ένα απλός αντιγραφέας, ένας γραφιάς που έγραφε καθ’ υπαγόρευση (a mere amanuensis writing by dictation) ή σαν τον Πιερ Μενάρ του Μπόρχες, που συγγράφει, 3 αιώνες μετά τον Θερβάντες, τον Δον Κιχώτη, έτσι κι ο μεταφραστής ξανα(συγ)γράφει τον Μόμπι-Ντικ. Έτσι κι εγώ, ο «μοιραίος» αναγνώστης, αντιγράφω τη Φάλαινα, όχι στο χαρτί με μελάνη, όχι στην οθόνη με σημαδάκια πίξελ, αλλ’ αντιγράφω τη Φάλαινα στα κατάβαθα της ψυχής μου, σκαλίζω στα βράχια της τα πολλά μου ονόματα, χωρίς τελειωμό. Κορφολογώ την ανάσα της, την ανάσα της Φάλαινας ψυχής μου –cropper είναι τ’ όνομά μου– θερίζω στο κενό τον Ωκεανό, μαζεύω απ’ τα βάθη του τα κύματα –μον’ δε με λένε cropper- ποιος είμαι εγώ που αντιγράφω; Ποιος είμαι εγώ που δεν μπορώ παρά συνέχεια ν’ αντιγράφω; Καθ’ υπαγόρευση τίνος, αν όχι ενός μυαλού που υπνοβατεί.

Σήμερα, θα συνεχίσω μ’ ένα κείμενο του Α. Κ. Χριστοδούλου, που περιέχεται στο “Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα” (Gutenberg, editio major, σελ. 50 κ.ε.), αναφερόμενος και προσπαθώντας να εξηγήσω τόσο την προηγούμενη, όσο και την πρώτη παράγραφο. Είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από τον Μέλβιλ, τουλάχιστον θα μπορούσε κάλλιστα να έχει σχηματιστεί στο νου του:


[ΕΝΑ ΑΓΡΑΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΕΛΒΙΛ]

«ΠΝΕΥΜΑ» ΚΑΙ «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ». Ήμουν εικοσιοχτώ χρονών όταν συνέβη κάτι απρόσμενο στη ζωή μου. Όλα άρχισαν μόνα τους, όπως οι ψιχάλες της βροχής. Κάποιο απόγευμα, περπατώντας αμέριμνος σε κάποιο ήσυχο σοκάκι της Νέας Υόρκης, καθώς παρατηρούσα «τα όμορφα σπίτια» που υψώνονταν δεξιά και αριστερά, ένιωσα μέσα μου «κάτι» παράξενο – μιαν απροσδιόριστη παρουσία. Ήταν κάτι σαν αστραπιαία έλλαμψη. Δεν έδωσα όμως περισσότερη σημασία. Λίγα μέτρα πιο κάτω ωστόσο ένιωσα μέσα μου πάλι εκείνη την αόριστη παρουσία. Δεν ήταν κάποιο ευχάριστο ή ενοχλητικό αίσθημα. Δεν ήταν καν αίσθημα. Κι ούτε ήταν κάτι που είχα θυμηθεί ξαφνικά. Κοντολογίς δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο ή χεροπιαστό. Δεν ήξερα ούτε μπορούσα να πω τι ακριβώς ήταν. Κοντοστάθηκα και αυτοσυγκεντρώθηκα για να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε εκείνη τη στιγμή μέσα μου, καθώς κοίταζα τα σπίτια στο ήσυχο σοκάκι. Έκλεισα τα μάτια και «πλημμύρισα ολόκληρος» από ένα «βαθύ σκοτάδι». Ωστόσο ένιωσα πάλι εκείνο το «κάτι» να σαλεύει σαν ασώματη αράχνη, να φτερουγίζει σαν αόρατη νυχτερίδα πίσω από αυτό το «βαθύ σκοτάδι». Άνοιξα τα μάτια και είδα ξανά εκείνα «τα όμορφα σπίτια» - εκείνη η αλλόκοτη παρουσία είχε και πάλι στυλωμένα τα αόρατα μάτια της πάνω μου. Ολόγυρα όμως δεν υπήρχε ψυχή. Μετά από πολλές δοκιμές συνειδητοποίησα τελικά πως εκείνο το παράξενο ον δεν ήταν παρά κάτι δικό μου, κάτι κρυμμένο στον ίδιο τον εαυτό μου. Τι ακριβώς όμως ήταν; Βύθισα τη σκέψη μου ως τα φύκια του είναι μου και προσπάθησα να διακρίνω σε κείνον το χορταριασμένο βυθό το «πρόσωπο» αυτού του άγνωστου όντος. Ύστερα από επίμονη σκέψη βεβαιώθηκα τελικά πως εκείνο το ον δεν ήταν παρά μια άλλη όψη του ίδιου του εαυτού μου. Συνειδητοποίησα δηλαδή πως αν και ο νους μου ήταν αυτός που σχημάτιζε την εικόνα αυτών των σπιτιών, ο ίδιος όμως έμοιαζε σα να μη συμμετείχε καθόλου στη διαδικασία ετούτη και σα να παρακολουθούσε απλώς –και μάλιστα «από μακριά», θα τολμούσα να πω- τον ίδιο τον εαυτό του να εκτελεί το έργο αυτό. Ξαφνιάστηκα από αυτή την ιδέα. Ποτέ πιο μπροστά δεν είχα συνειδητοποιήσει αυτό τον διχασμό. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου και ταυτόχρονα να μην είμαι καθόλου ο εαυτός μου, πως πίσω από τον ίδιο τον εαυτό μου μπορούσε να κρύβεται ένας άλλος εαυτός. Ποτέ πιο μπροστά δεν είχα «φανταστεί» το μυαλό μου σαν κάτι χωριστό από τη «ζωή» μου. Δεν ήμουν μόνος λοιπόν σε κείνο το σοκάκι. Λίγα μέτρα πιο κάτω είδα ένα παγκάκι. Κάθισα πάνω σε κείνο το καναπεδάκι και προσπάθησα να βάλω τις αλλόκοτες σκέψεις μου σε τάξη. Είχα ένα κακό προαίσθημα. Μες στο απογευματινό ημίφως, έκλεισα τα μάτια και βύθισα το «εγώ» μου σε κείνο τον άλλο εαυτό μου. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα καθαρά πως αυτός ο άλλος εαυτός μου δεν ήταν παρά ο ίδιος ακριβώς ο εαυτός μου, πως δεν ήμουν παρά ο ίδιος εγώ που όμως δεν ήμουν ένας και μόνο, αλλά αυτός και συνάμα εγώ! Ήμουν μπερδεμένος. Ένιωθα τώρα «κάτι άυλο, αιθέριο, απροσδιόριστο, αόρατο, ασύλληπτο και φευγαλέο» να ζει και να κυκλοφορεί ελεύθερο μες στο κορμί μου –και συγκεκριμένα σε κείνο το μέλος του σώματος που οι άνθρωποι ονομάζουν «κεφάλι». Το μυαλό μου αγκιστρώθηκε ξαφνικά από τη μαγική λέξη «πνεύμα». Ναι, εκείνο το αυτεξούσιο ον –εκείνος ο άλλος εαυτός μου που φώλιαζε μες στον ίδιο τον εαυτό μου και δεν ήμουν παρά ο ίδιος εγώ, αυτό το διπλό εγώ μου, ήταν το ίδιο μου το πνεύμα. Τι σήμαιναν όλα αυτά ωστόσο; Μια φωνή μέσα μου ψιθύριζε κιόλας κάτι παράξενα λόγια για κάποια χαμένη αθωότητα*. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε μια εξώπορτα να ανοίγει. Ύψωσα το κεφάλι και θέλησα να διώξω μακριά τις αλλόκοτες σκέψεις. Μπροστά μου ωστόσο δεν έβλεπα πια τα όμορφα σπίτια που θαύμαζα λίγο πιο πριν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Στη θέση των σπιτιών υψώνονταν τώρα κάτι παράξενες σκιές. Τραβήχτηκα προς τα πίσω με τρόμο όταν πέρασε ξαφνικά από το νου μου η σκέψη πως οι σκιές που υψώνονταν μπροστά μου, μπορούσαν να μην είναι οι σκιές των όμορφων σπιτιών, αλλά σκοτεινές ζωγραφιές ενός αλλόκοτου ζωγράφου που είχε στήσει το ατελιέ του στη κάμαρα του τρομαγμένου μου μυαλού.

——————————————————–

* Την αμεριμνησία δηλαδή που χαρίζει η ασυνειδησία στα ζώα,
στα δέντρα, στα πουλιά, στα βρέφη και σε όλα τα άψυχα πράγματα.
.

.(…συνεχίζεται…)


2 Απαντήσεις to “MOBY-DICK or, THE WHALE - ΙΙ”


  1. 1 surrealist Πέμπτη, 27 Δεκέμβριος 2007 σε 12:44 μ.μ

    Παράξενη όψη η άλλη όψη, το πρόσωπο αυτού του άγνωστου όντος… Ραγισμένο στην ευθυμία του, απρόσιτο από τη σιγουριά του, κρύβοντας μια απελπισμένη κραυγή, προστατευμένος από τη σιωπή, δυναμωμένο από την αναμέτρηση με την όψη του…
    Στον ιστό των σκιών των όμορφων σπιτιών, στην απρόβλεπτη έκρηξη των σκιών του…
    Ο άλλος εαυτός με ένα μυαλό, οικείο, στο δρόμο που μόλις «τότε» πήρε, στο δρόμο της γνώριμης συγκίνησης…
    Λαχτάρα παρά μόνο για τον ίδιο ακριβώς εαυτό… στοργή…
    Εύθραυστο και αφοπλιστικό το πνεύμα, καθισμένο στον ίδιο τόπο… σε ένα παγκάκι, ακριβώς όμοια, δίνοντας την ψευδαίσθηση πως θα αφανιστεί στην άπιαστη «χαμένη αθωότητα» που αφοπλίστηκα, αδιάκοπα πηγαινοέρχεται για να υπενθυμίζει «το διπλό εγώ»
    Αυτός περιτυλίγει …
    Αυτός ενώνει… συνοδεύει ξεχωρίζει, στο δρόμο της πραγματικότητας , που μοιάζει δρόμος ονείρου,
    Αυτός και το εγώ… διασχίζουν τα ανεπίδοτα, στην παράξενη αυταπάτη ότι ο δρόμος στενεύει, τα σπίτια γίνονται ζωγραφιές… το τρομαγμένο μυαλό στείρα σκιά της τρυφερότητας που δεν τη νίκησε…
    Αυτός τρυφερός και το εγώ ακουμπισμένο πάνω του να επιθυμεί την αποτύπωση του… στην τρομαγμένη κάμαρα της αιτιολογικής σπουδαιότητας μιας αφορισμένης φαντασίωσης…
    Έννοιες και νοήματα αυτοανακαλύπτονται στην διαδρομή ενόρμησης
    Έννοιες και νοήματα σε σύνθεση
    σε διαχωρισμό με συναίσθηση
    Έννοιες και νοήματα στην παραπραξία τους χωρίς την ασυνειδησία…
    Η σκοτεινή η όψη το φως της όψη της δε σκοτεινιάζει…
    «Την ύπαρξή σου έλαβες ως μέρος ενός συνόλου. Θα εξαφανιστείς αργότερα μέσα σε κείνο που σε γέννησε ή μάλλον θα μεταβληθείς και θα αναληφθείς στο λόγο που σε δημιούργησε» (αποσπ. ΤΑ ΕΣ ΕΑΥΤΟΝ)

  2. 2 ange-ta Δευτέρα, 31 Δεκέμβριος 2007 σε 12:49 μ.μ

    Αγόρασα επιτέλους το βιβλίο.
    Απο μετα - μεθαύριο θα αρχίσω το διάβασμα. Δεν βρήκα όμως τη σωστή μετάφραση. Τι λες να ψάξω το σωστό ή ν αρχίσω αυτο που βρήκα;

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

Πολυλογία

Χαίρετε! Σήμερα θα μιλήσουμε για την πολιτική και τα μπλογκ. Όχι μαζί, όχι σε συνδυασμό. Ξεχωριστά. Χώρια η πολιτικολογία και χώρια η μπλογκολογία.

~.~.~.~


Το ιστολόγιο αυτό (ιστολόγιο το λέω όταν θέλω να φανεί ότι είναι σοβαρός χώρος, κατά τα άλλα, ένα
blog είναι) το ιστολόγιο, λοιπόν, αυτό πολύ σπάνια ασχολείται με την πολιτική και την πολιτικολογία. Θέλετε από απογοήτευση, θέλετε από έλλειψη νέων επιχειρημάτων, το ενδιαφέρον μου εστιάζεται περισσότερο στη λογοτεχνία, ποικιλοτρόπως και ιδιοτρόπως και με την σημασία που έχει ο όρος «τέχνη» για μένα, την οποία θεωρώ πιο υγιεινή, ποικιλοτρόπως και ιδιοτρόπως, επίσης.

Τις λίγες φορές που συμβαίνει να μην θέλω να κρύψω τον εκνευρισμό μου και την οργή μου (φυσικά και εξακολουθώ να οργίζομαι με όσα συμβαίνουν) το κάνω μ’ έναν τρόπο κι ένα λόγο, ας πούμε, «απολίτικο» (δείτε π.χ. το κείμενο για τις πυρκαγιές), διότι κατ’ αρχήν μου φαίνεται ξεπερασμένος ο διαχωρισμός του πολιτικού λόγου από τον άλλον λόγο.

Ποιόν άλλο λόγο; Θυμάμαι στις φοιτητικές συγκεντρώσεις (εκείνων των ετών) την προτροπή να μιλήσει ο Α που έχει πολιτικό λόγο και όχι ο Β που δεν έχει. Δηλαδή τι είδους λόγο είχε ο Β; Δεδομένου ότι δεν ήταν μια κουτσομπόλα κατίνα, αλλά ένα στον ίδιο βαθμό συνειδητοποιημένο άτομο. Φιλοσοφικό λόγο; Ακόμα καλλίτερα. Κουλτουριάρικο; Όχι, δεν εννοούσαν αυτά. Ακαταλαβίστικο; Θα ήταν ένα πραγματικό ζήτημα, αλλά ούτε εκεί ήταν το θέμα. Μάλλον ήμασταν στην εποχή που αναζητούσαμε και προωθούσαμε έναν επικό, διανθισμένο με τσιτάτα λόγο, που να ξεσηκώνει για τον σημερινό αγώνα, την σημερινή συγκέντρωση, διαδήλωση, πορεία περισσότερο, παρά να προβληματίζει για τον αυριανό.

Σήμερα, που η κούραση των επανειλημμένων αποτυχιών, η αποτυχία της πολιτικής και του πολιτικού λόγου, με οδήγησε (μαζί με αρκετούς, νομίζω, άλλους) στην αποστασιοποίηση και απογοήτευση, δεν έχω λόγο ν’ ασχολούμαι με τα ίδια, ούτε πολιτικό λόγο έχω ούτε άλλον. Δεν έχω αντίπαλο. Δεν έχω σε ποιόν να επιτεθώ. Δεν μου φταίει η ανεκδιήγητη Νέα Δημοκρατία μόνο, το θλιβερό Πασοκ μόνο, η μίζερη αριστερά σύμπασα, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, δεν μου φταίει η πολιτική της Ευρώπης ή της Αμερικής μόνο, δεν μου φταίει ο κάθε είδους φονταμενταλισμός ή νέο-ισμός μόνο. Μου φταίνε όλα. Μου φταίει η ανθρωπότητα όλη, που απόδειξε το ποιόν της στο πέρασμα των αιώνων. Μου φταίτε όλοι εσείς (εντάξει, όχι όλοι) και, κυρίως, μου φταίει ο εαυτός μου.

Ίσως, πιο σημαντικό απ’ όλα, είναι το ότι εκτός από το να γκρινιάζω, εκτός από το να οργίζομαι και να βρίζω (αν ήθελα μόνον αυτό θα πήγαινα στο γήπεδο) δεν έχω να πω τίποτα. Τίποτα. Διότι, βέβαια, το θέμα δεν είναι να πεις τη Νέα Δημοκρατία ανεκδιήγητη, το Πασοκ θλιβερό, την Αριστερά μίζερη και να τελειώνεις. Έκανες το καθήκον, πάνε τώρα για ύπνο. Αν και ο ύπνος ή για ν΄ ακριβολογήσω το αμέσως πριν τον ύπνο διάστημα είναι, για μένα, τουλάχιστον χαμογελαστό. Τότε, σαν μαύρος εκδικητής σκοτώνω με τα βέλη μου (έχω και στυλ, δεν θέλω σφαίρες και τέτοια) όλους τους κακούς. Και χαμογελώντας κοιμάμαι. Πολύ παιδικό ε; Τι να κάνω; Αυτή η επαναστατική δράση μου έμεινε.

Τα κάτι λίγα που μού ‘ρχονται να ψελλίσω, τα βρίσκω σε άλλα ιστολόγια, όπου η απογοήτευση δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα, δεν έχει δημιουργήσει αυτή την χοντρή πέτσα που καθυστερεί τα αντανακλαστικά μου. Στου Μόρφου, στης Ange-ta, στου Alterapars, για ν’ αναφέρω μερικά που επισκέπτομαι καθημερινά και σε αρκετά ακόμη που παρακολουθώ.

~.~.~.~

Αφορμή για το κείμενο αυτό ήταν το ασφαλιστικό. Η χοντρή πέτσα, που σας έλεγα πριν, με υποχρέωσε να κάνω όλη αυτή την εισαγωγή και να μην μείνει χώρος ούτε χρόνος ούτε διάθεση να γράψω για το κυρίως θέμα. Επιγραμματικά, λοιπόν, να επισημάνω ότι απ’ όλες τις πατάτες των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, τούτη ‘δω είναι η μεγαλύτερη. Το Πασόκ πέρασε τα προηγούμενα χρόνια, αρκετές πατάτες, αρκετά καταστροφικά και αντιλαϊκά νομοσχέδια. Και η Νέα Δημοκρατία τώρα έχει περάσει κι έχει πολλά ακόμα σχέδια και νομοσχέδια να περάσει, συνεπέστατη απέναντι στα συμφέροντα που υπηρετεί. Αλλά αυτή η διαφαινόμενη οικονομική εξαθλίωση των μελλοντικών (στο άμεσο μέλλον) συνταξιούχων και γενικότερα ασφαλισμένων, αυτή η ομηρία των συνταξιούχων από τους εργαζόμενους γιους και κόρες τους, η ταυτόχρονη ομηρία των εργαζομένων από τους συνταξιούχους πατεράδες και μανάδες τους δεν πρέπει να περάσει. Έχουμε χρέος απέναντι στους εαυτούς μας να μην επιτρέψουμε να περάσει. Δεν είναι μόνο οικονομικό το ζήτημα. Είναι η διάλυση κάθε κοινωνικού ιστού που συνεπάγεται και επιφέρει. Ο καθένας για το άτομό του, επιτακτικά όσο ποτέ και «δικαιολογημένα», γιατί τίθεται θέμα επιβίωσης. Εδώ φτάσαμε. Ο στόχος, επιτέλους, φαίνεται καθαρά. Να δουλεύουμε μέχρι όσο πιο αργά για να πεθαίνουμε όσο πιο νωρίς. Άντε, τυχερός ο μακαρίτης. Τρία χρόνια σύνταξη πρόλαβε. Και χωρίς να βγάζουμε τσιμουδιά, γιατί κάθε ένσημο είναι πολύτιμο, μην τύχει και καθυστερήσει η σύνταξη περισσότερο. Έτσι, για να μπορούν να φτάνουν στα ύψη οι αμοιβές των Διοικητών, των Διευθυντών, των Βουλευτών, των βλαβερών. Για να βλέπει ο κόσμος, ο λαός που φορολογείται βαριά, που πληρώνει ασφάλιστρα και ένσημα και δανείζεται για να τα βγάλει πέρα, να βλέπει να γίνεται παιχνίδι εκατομμυρίων δίπλα του, πάντα δίπλα του, να βλέπει να υπάρχουν λεφτά που περνούν σε χέρια άλλων, αλλά ποτέ στα δικά του, να βλέπει την διαφθορά να βασιλεύει, να βλέπει ότι πάμε απ’ το κακό στο χειρότερο …

Πότε, αχ πότε αυτός ο υπό διάλυση λαός θα δει ότι πάντα απ’ το κακό στο χειρότερο πηγαίναμε, ποτέ απ’ το κακό στο καλλίτερο. (Και μην ακούσω ότι ο θαυματοποιός Αντρέας έδωσε λεφτά στον κόσμο. Λαγός απ’ το καπέλο ήταν κι εξαφανίστηκε.)

Οφείλουμε, λοιπόν, να μην περιμένουμε από μια πορεία μόνο, όσο μαζική κι αν ήταν, να πετύχουμε την ανατροπή των σχεδίων τους. Οφείλουμε στον εαυτό μας πρώτα -το ξαναλέω γιατί ο εαυτός μας εντός της κοινωνίας διάγει- να ξέρουμε τι ακριβώς παλεύουμε, γιατί ό,τι δεν περνάει με τη μία, μπορεί να περάσει σε δόσεις. Αν δεν περάσει τώρα το ασφαλιστικό (που ούτε οι βουλευτές της κυβέρνησης δεν ξέρουν τι είναι, απλώς, ο στόχος είναι απλός: βουτάμε τα λεφτά των αποθεματικών, τα βάζουμε σε όποιες τσέπες θέλουμε, ζούμε εμείς οι έξυπνοι σαν Φαραώ κι αφήνουμε όλους τους υπόλοιπους δούλους να τσακίζονται και να θυσιάζονται στον θεό της Ανεργίας), αν δεν περάσει τώρα σαν ομοβροντία κι όποιον πάρει ο χάρος, θα περάσει μέσα από τροπολογίες άλλων νόμων, μέσα από «λοιπές διατάξεις», που λίγο-λίγο θα μας φέρνουν πιο κοντά στο επιθυμητό γι’ αυτούς, ολέθριο για όλους μας αποτέλεσμα. Οικονομική εξαθλίωση-εξάρτηση και κοινωνία μπάχαλο. Οφείλουμε κι έχουμε χρέος να επαγρυπνούμε.

Αλλά τι λέω ο χοντρόπετσος; Τίνι τρόπω; Με ποια συνδικάτα; Με ποιους συνδικαλιστές και με ποια αντιπολίτευση; Με τρεις διαφορετικές συγκεντρώσεις, τρεις πορείες που είχαν και μια κατάληξη λίγων μέτρων κοινή; Αυτός είναι ο ενωμένος λαός που διαισθάνεται και παλεύει τη λαίλαπα που έρχεται. Λες και ο Κουκουές υπάλληλος θα πάρει από άλλο ταμείο σύνταξη και ο Πασόκος από άλλο. Λες και του ενός του βρωμάει ο άλλος. Δεν συνεχίζω, γιατί μετά από λίγες ακόμη λέξεις θα πρέπει να ξαναπώ «Μου φταίνε όλα. Μου φταίτε όλοι εσείς». Και δεν είναι αλήθεια. Δεν μου φταίτε όλοι εσείς. Μου φταίει ο εαυτός μου.


~.~.~.~.~



Όσον αφορά το κείμενο που προηγείται, αλλά στον ίδιο βαθμό και το επόμενο κείμενο, δικαιούμαι, πιστεύω, αυτό που δικαιούται ο καθένας μας, μέσα σ’ ένα περίπου δημοκρατικό καθεστώς (με κάμερες και άλλα καλούδια). Δικαιούμαι, δηλαδή, να λέω την άποψή μου, χωρίς να νομίζω ότι κατέχω την μοναδική αλήθεια. Εκφράζω τον εαυτό μου. Αυτά είναι αυτονόητα και μάλλον περιττά, αλλά ήθελα πριν από τις γραμμές που ακολουθούν να τα επισημάνω, τονίζοντας (κι ελπίζοντας να γίνω πιστευτός) ότι όλα όσα λέγονται, καλοπροαίρετα λέγονται. Θα μπορούσα να μην αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα, αλλά ένα παράδειγμα είναι πάντα χρήσιμο. (Σας προβλημάτισα, αλλά είναι ένας τρόπος να διατηρήσω το ενδιαφέρον σας για τη συνέχεια).

~.~.~.~.~

Τα μπλογκ. Ή τα blogs, όπως θέλετε, αλλά εμένα αυτό το «γκζ» στο τέλος δεν μ’ αρέσει. Ξένη λέξη μπορεί να είναι, αλλά σε ελληνόγλωσσο γραπτό. Τα μπλόγκ εκφράζουν τους μπλόγκερς. Βρε, τι έχουμε πάθει μ’ αυτά τα μπλόκια. Άλλη μια προσπάθεια. Τα ιστολόγια εκφράζουν τους ιστολόγους. Ακούγεται καλλίτερα, ως γλώσσα που συνήθισαν ν’ ακούνε τ’ αυτιά μου, αλλά τι είναι αυτοί οι ιστολόγοι; Είναι κάτι σα να λέμε Ιστολόγοι – Εναλλακτικοί; (Να, τους οικολόγους δεν τους ανέφερα στο προηγούμενο κείμενο. Καλλίτερα. Αυτοί, το οικολογικό κίνημα, π’ανάθεμά το, είναι μια μεγάλη και πικρή ιστορία που οι οικολόγοι την έκαναν μικρό και χαριτωμένο παραμύθι). Και γιατί κάποιος που δεν έχει μπλογκ, αλλά περνάει πολλές ώρες της μέρας του βλέποντας διάφορα μπλογκ και σελίδες στο διαδίκτυο δεν είναι ιστολόγος; Κι επειδή αυτό που θα προτιμούσα, «τα κείμενα εκφράζουν τους συγγραφείς τους», δεν είναι ακριβές στον χώρο των ιστολογίων, καθότι σε μια σελίδα συνυπάρχουν κείμενα και εικόνες και μουσικές, θα τελειώσω τον συλλογισμό λέγοντας: ό,τι φτιάχνει ο καθένας αυτόν εκφράζει. Καταλάβατε, ελπίζω.

Υπάρχει, λοιπόν, μια επιφάνεια. Ό,τι βρίσκεται πάνω σ’ αυτή την επιφάνεια το βλέπουμε, το σχολιάζουμε, το ζούμε, το αγαπάμε ή το μισούμε. Και συνηθίζουμε να το ονομάζουμε «Η Πραγματικότητα». Αυτήν την πραγματικότητα των πραγμάτων και των φαινομένων που βρίσκονται και λαμβάνουν χώρα πάνω από την επιφάνεια, αποφασίζουμε να την μεταφέρουμε στο μπλόγκ. Μεταφέρουμε δηλαδή τις σκέψεις και τις αντιδράσεις που μας δημιουργεί ο τρόπος που ο καθένας μας αντιλαμβάνεται την ζωή και όλα όσα μπορεί να περικλείει, μέχρι τον θάνατο. Αλήθεια, τα μπλογκ κληρονομούνται; Λέτε να αρχίσουμε να περιλαμβάνουμε στις διαθήκες μας όρους, όπως π.χ. αφήνω τους κωδικούς του «περίπατου» στον λατρευτό και πολυαγαπημένο υιό μου και τους κωδικούς της «Θείας Κωμωδίας» στην λατρευτή και πολυαγαπημένη θυγατέρα μου, με την ευχή να συνεχίσουν και ν’ απαντούν στα σχόλια, σε όλα τα σχόλια, ακόμη και στον Γούφα που θα μας θάψει όλους. Μετά δε τον θάνατό τους (σιγά μην πεθάνουν τα δικά μου τα παιδιά) να τους παραδώσουν στο ευαγές ίδρυμα «Η Ωραία Δικτυωμένη».

.

Έλεγα για την πραγματικότητα και την επιφάνεια πάνω στην οποία ακουμπά. Για τις σκέψεις που μεταφέρουμε στο μπλογκ, που όντως μοιάζει με ημερολόγιο. Δεν μιλάω για τις περιπτώσεις που η μεταφορά των εντυπώσεων, αλλά και του έρωτα και του πάθους και της χαράς και της λύπης, γίνεται σ’ ένα βιβλίο, σε μια ταινία, σ’ ένα έργο τέχνης. Δεν μιλάω για λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Μιλάω μόνο για τους μπλόγκερς. Μερικοί ιστολόγοι, μένοντας σ’ αυτήν την επιφάνεια, παρατηρώντας την και συμφωνώντας ή διαφωνώντας με την επ’ αυτής πραγματικότητα, αντιδρούν ανάλογα. Αυτοί που συμφωνούν με την πραγματικότητα, δηλαδή με το ότι καλώς έχει η πραγματικότητα, διότι η ίδια η πραγματικότητα δεν είναι κάτι που μπορείς, εκ πρώτης όψεως, να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις, δεν σου δίνει την επιλογή να την δεχτείς ή να την απορρίψεις, είναι αυτή που είναι, υπάρχει ως παρελθόν και παρόν, υπάρχει ως σύνολο γνώσης, ως Ζωή και ως Αλήθεια, ως αλήθεια της ζωής, αυτοί, λοιπόν, που θεωρούν ότι η πραγματικότητα, η ζωή, η κοινωνία, ο κόσμος, καλώς έχουν, είναι οι λιγότεροι και δεν θα μας απασχολήσουν. Άλλωστε φαίνονται οι πιο ανιαροί και χαζοβιόληδες της μπλογκοχώρας. Οι περισσότεροι, όμως, δεν συμφωνούν. Θέλουν, εύχονται ή αγωνίζονται να την αλλάξουν.

Παρατηρώντας την επιφάνεια και ένα μέρος από τα επ’ αυτής διαλαμβανόμενα, ο PREZA TV π.χ. ουρλιάζει και σ’ όποιον αρέσει. Τουλάχιστον ουρλιάζει. Αντιδρά με ένα άμεσο και ενστικτώδες αντανακλαστικό. Ουρλιάζει αλήθειες και βρίζει αληθινά. Καλά κάνει και ξυπνάει όσους κοιμήθηκαν. Είναι ένα ακραίο παράδειγμα. Οι περισσότεροι απ’ όσους αντιδρούν άμεσα, προτιμούν ένα πιο ήσυχο λόγο, δεν ουρλιάζουν (βρίζοντας ξένους φαντάρους), αλλά αφήνουν τα επιχειρήματά τους να μιλήσουν ή και να ουρλιάξουν. Αυτοί, επίσης κατά μέτωπον επιτιθέμενοι στα κακώς έχοντα της πραγματικότητας, αποτελούν μια μεγάλη μερίδα μπλόγκερς και ορισμένοι αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κείμενο.

Μια ιδιαίτερη κατηγορία εκφράζεται π.χ. από τον Νίκο τον Μελισσά. Απογοητευμένος, ως φαίνεται, κι αυτός από τον πολιτικό λόγο, αποφεύγει την άμεση πολιτικολογία, κάτι που με κάνει να αισθάνομαι συχνά πολύ κοντά του, συγγενής του, αλλά αυτός, σε αντίθεση με μένα και λόγω της καθημερινής επαφής του με την φύση, έχει κερδίσει μια ηρεμία και επιλέγει να μεταφέρει από την επιφάνεια της πραγματικότητας στο μπλογκ του την γαλήνια σοφία της φύσης, των απλών πραγμάτων και των απλών ανθρώπινων σκέψεων.

Η Γητεύτρια έχει ένα μάτι που αλληθωρίζει πότε-πότε, στραμμένο προς την άμεση αντίδραση, αλλά το καλό της μάτι είναι το άλλο. Αυτό που με θαυμαστό τρόπο μας μεταφέρει την επί της επιφανείας πραγματικότητα της τέχνης. Βλέπει τα πάντα, μας μεταφέρει τα πάντα και τα κεντάει όμορφα. Μου έρχεται αυθόρμητα η λέξη «ποιότητα», αλλά δεν θέλω να μπλέξω κι άλλους όρους. Μ’ ευχαριστεί αυτό που είναι κι αυτό που κάνει. (Και την ευχαριστώ γι’ αυτό.) Κάπου διακρίνεις μια κούραση, από παλιότερες «άμεσες αντιδράσεις», μια αδιόρατη απογοήτευση από την πραγματικότητα (που μερικές φορές γίνεται πιο ορατή) και που, πιθανώς, να είναι η αιτία της πανέμορφης εμμονής της με την επιφάνεια που καλύπτεται από τέχνη. Είναι σα να σου λέει. Ξεκόλλα. Όσο υπάρχει τραγούδι, όσο υπάρχει μουσική, υπάρχουμε. Και σαν τη Γητεύτρια υπάρχουν αρκετές όμορφες παρουσίες, αλλά τα παραδείγματα είναι από τα μπλογκ που παρακολουθώ περισσότερο χρόνο. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και το Ελαφίνι. Υπέροχες μουσικές, υπέροχες εικόνες, διαλέγει κι αυτή τα υπέροχα της τέχνης της πραγματικότητας, με μία τάση να απομακρύνεται συχνά από την επιφάνεια σα να θέλει να πιάσει τα σύννεφα. Κι εδώ, θα ξαναπώ, ένα παράδειγμα αναφέρω, χωρίς άλλη αξιολόγηση (μην μπερδευτούμε, γιατί πήρε το μάτι μου κάτι Όσκαρ σκάρτα να κυκλοφορούνε). Άλλωστε τα μπλογκ που δεν έχω δει είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτά που είδα. Κι απ’ αυτά που γνωρίζω και θαυμάζω, δεν ασχολούμαι με τα κάπως ειδικότερου περιεχομένου, όπως τα βιβλιοφιλικά για παράδειγμα, όπου πολλοί διαπρέπουν.

Ο Πετεφρής. Μιλούσαμε για την επιφάνεια και τα επ’ αυτής συμβαίνοντα. Ο Πετεφρής έχει κάτσει πάνω σ’ αυτήν την επιφάνεια με όλο το τεράστιο βάρος του. Αυτό το βάρος δημιούργησε σχισμές στην επιφάνεια. Τις είδε αυτές τις σχισμές και τρόμαξε. Και με όλο τον τεράστιο όγκο του προσπαθεί να τις καλύψει. Και λέει διάφορα, τα λέει ωραία και παραμυθιαστά, κάνοντας ότι δεν είδε τι ψιλοφάνηκε κάτω από το χαλί, όπου συμβαίνει ό,τι συμβαίνει, προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή την δική του και την δική μας. Διότι ξέρει ή μάλλον υποψιάζεται ότι η πραγματικότητα δεν εξαντλείται πάνω από την επιφάνεια. Διότι φοβάται ότι η άλλη, η κάτω από την επιφάνεια πραγματικότητα είναι επικίνδυνη, ολισθηρή, μαύρη και ίσως πιο πραγματική. Ακίνητος, λες, από το βάρος αυτών των ενοχών, γιατί είδε κάτι που δεν έπρεπε ή δεν ήθελε να δει, δεν την ψάχνει, ψάχνει τις λέξεις, παίζει με την γλώσσα. Πλέκει με τη γλώσσα γνώσεις στις λέξεις και μας χαρίζει αραβουργήματα ελληνικής λαλιάς. Ας είναι καλά ο άνθρωπος. Αν διάβαζε το κείμενο, ευτυχώς δεν επισκέπτεται το μπλογκ μου, θα διέψευδε με τον κομψό του λόγο όλα τα προαναφερόμενα. Σα να τον ακούω: «Κροππέριε, φταίει το πετρέλαιο που πίνεις αντί για ρακί και δεν ξέρεις τι συλλογιέσαι. Το μόνο βάρος μου προέρχεται από τα λίγα περιττά κιλά μου κι αυτό το τρικ της επιφάνειας που διαχωρίζει τις δύο πραγματικότητες είναι η πλάνη σου. Τι σχισμές τσαμπουνάς και τι είδα. Μόνο οράματα δεν μου έχουν πει ακόμη ότι βλέπω …»

Ο φίλτατος του Πετεφρή, ο Γούφας ή Χαμουραμπί, είναι το άτακτο και περίεργο παιδί, που βλέποντας να ανοίγονται σχισμές, κοψίματα και τρυπούλες στο χαλί, όλο πάει και κοιτάει μέσα σ’ αυτές τις σχισμές και τις τρυπούλες. Τις σκαλίζει λίγο με τα γαμψά του μάτια, ερωτοτροπεί με τις σκοτεινές ομίχλες, μεταφέρει λίγη μαύρη σκόνη στο μπλογκ του και αρκείται σ’ αυτό. Και γελάει πονηρούτσικα. Αρνούμενος την ύπαρξη της τέχνης στην πάνω από την επιφάνεια πραγματικότητα, είναι έτοιμος να την αναποδογυρίσει, αλλά όχι πλήρως. Ραντίζει τα γραπτά του με τους απόηχους των σιωπών. Σήμερα κιόλας γράφει: «Δικαιούσαι να έχεις τις απόψεις σου. Εαν μάλιστα φροντίζεις ουδέποτε να τις εκφέρεις, δικαιούσαι να τις χρησιμοποιείς και ως θεμέλιον του σύμπαντος κόσμου. Εφόσον τις κοινολογήσεις τις αμφισβητείς… Ως προσεγγίσας την εξωτικήν Εσπερίαν του άφρονος βίου μου δικαιούμαι, λέγω, να διακοσμήσω τον νοητόν επιτάφιόν μου με τας απόψεις μου. Καθόσον ουδέποτε πεθαμένος τις ηδυνήθη να αμφισβητήσει τας εαυτού απόψεις και κοσμοθεώρησιν …»

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι το παράδειγμα του συντοπίτη μου του Numb. Μεταξύ Πετεφρή και Γούφα, στο λυκόφως των στιγμών, δεν είδε πότε ακριβώς ανοίχτηκαν οι τρύπες στο χαλί, αλλά τις διαισθάνθηκε και με την διαίσθηση μεταφέρει στην επιφάνεια του μπλογκ του τα μετέωρα της σκέψης του.

Κοντά (κι άλλο τόσο απόμακρα) στον φίλο και «μούσο» μου Γούφα, βρίσκεται η φίλτατη Abttha. Επιμένει να σκαλίζει μέσα στις σχισμές, να μεγαλώνει και να βαθαίνει τα ρήγματα στην επιφάνεια που κρατά την πραγματικότητα πάνω της, να θολώνει και να ξεθολώνει με συνεχή ζουμ την ματιά της και να μεταφέρει στο μπλογκ της (και στα σχόλιά της) ανάμικτες θεωρήσεις της άνω-κάτω πραγματικότητας. Σήμερα κιόλας γράφει:

«καλά, έ, δεν παιζόμαστε! σύνθετη λέξη. τις ξεχώριζε και ο σεραφειμάκος από μικρός. Οι απλές, π.χ. 'καλός'. οι σύνθετες. π.χ. 'καλόπαιδο'. Αρχίζει τώρα και μου ξυνίζει το πράγμα: ποια απλή ρε βούρλο;ε; ποια απλή; 'καλός' και είναι απλή; -θόδωρε αν διαβάζεις παράτα μας με τη γλωσσολογία σου:)- πιο σύνθετη λέξη απ αυτήν έχετε δει; και άμα μάλιστα τη βράσεις και με λίγα έτυμα, λίγο την ανακατέψεις και της χώσεις και κανα φωνήεν διαφορετικό, άντε, μην το ξεφτυλίσουμε το πράμα και αλλάξουμε και τον τόνο γιατί καήκαμε πάντως, το μυαλό μου και η λέξη καλός έχουν μεγάλο πρόβλημα. εξαιρετικά σύνθετο.
αλήθεια.
άλλη κι αυτή.
πόσες σύνθετες για να βρεις τη γύμνια του να μην ξεχνάς; να είναι ντυμένος ή γυμνός ο βασιλιάς'συνείδηση', και να μην υπάρχει κανένα πιτσιρίκι μέσα σου που να φωνάζει -μέσα σου εννοείται- 'πατέλα, ο βασιλιάς είναι γυμνός!' -'σκάσε κολλητήρι, δεν έχω λεφτά για ψυχίατρο' (εσωτερικός διάλογος του καραγκιόζη που κρύβουμε μέσα μας)
αλήθεια.
ελευθερία.
εδώ είμαστε.
χρόνια πολλά στα ίχνη ελευθερίας σήμερα. γιορτάζει.
ελευθερία, κάποιο λόγο μπορεί να έχω να σε λέω έτσι, χρόνια πολλά και καλα!
ελευθερία.
ω, τι λέξη μπαμπά!
χουρίγια
σου λέει ο άλλος, με το τουρμπάνι.
χώρια, του λες εσύ.
ε, χουρίγια, επαναλαμβάνει αυτός.
όχι, ελευθερία, του λες εσύ και κάνεις ότι κανείς δεν καταλαβαίνει.
μόνος μόνω τω θεώ, λέει ο άλλος, και την κοπανάει από τα εγκώσμια.
μόνος, περπατάω μόνος, λέει ο άλλος και σιγοτραγουδάει και μ'αρέσει και μένα που δε μ'αρέσει η μοναξιά έχω κι άλλους συνειρμούς. φυλαγμένους στο σακουλάκι με τα φωνήεντα.
μόνος, ώι ώι μάνα μου (ελύτης)
να μπούμε ξανά μέσα, να μην έχουμε γεννηθεί.
να μη φοβόμαστε το θάνατο.
να έχουμε α-κυρωθεί, μα την α-λήθεια.
ποια ελευθερία, μου λες; ε; ποια; πώς;
και κάτι φιλόσοφοι να δεις, κάτι τέτοια λέγανε.
λέγανε και κλαίγανε. εκεί, τότε που γεννήθηκα κι εγώ, πριν διακόσια χρόνια μαθές. αλήθεια, ελευθερία.
μπουσουλάω μόνη μου εδώ και κάποιους αιώνες. πηγαίνω στο νηπιαγωγείο και με μαθαίνουν λέξεις, λέξεις, λέξεις...
η ζωή μου είναι ένας εφιάλτης ανάμεσα σε αλεξικεύραυνα που τους κατεβάζουν όλους δίπλα μου, μπροστά μου, πίσω μου, κι αλιά από μένα αν δε βρω το σωστό μονοπάτι της φυλακής μου!
η μάχη με το φως έχει παντού ηλεκτροφόρα καλώδια που σε ενώνουν με το σύμπαν το σκοτεινό. ακουμπάς, καις και φωτίζεσαι. και μετά μένει μέσα σου ένα κομμάτι κάρβουνο από τη στιγμιαία φλόγα που ήσουν. κουβαλάς κάρβουνα και γραμμμές.
η αλήθεια είναι το στερητικό, ή το ίχνος; η γύμνια ή το ντύσιμο;
κι η ελευθερία;
πού είσαι ελευθερία;
αυτοί που δεν τους αρέσουν οι σύνθετες λέξεις και λένε ΤΑ ψέμματα, αυτοί την ελευθερία την ντύσανε μ'ένα ζουμ μπροστά.
ζουμχουρίγια λένε, δημοκρατία.
και ζουμ
σημαίνει μαζί.
ναι, ναι
να δεις πώς το λένε αυτό... κάτι σαν το 'νίψονανομήματαμήμόνανόψιν'
ανάμεσα στις γλώσσες μας. ανάμεσα στους ανθρώπους. κάπου ανάμεσα περνάω κι εγώ. ευτυχώς, δεν ακουμπώ κανέναν. με τις αρλούμπες που λέω, σιγά! φαντάσου και να τα έλεγα φωναχτά! και δε με λένε ελένη. και δεν ξέρω αλήθεια
τίποτα.
ελευθερία, χρόνια πολλά!
ζουμχουρίγια είναι η δημοκρατία στα αραβικά
χουρίγια είναι η ελευθερία στα αραβικά
χακίκα μπορεί να είναι η αλήθεια.
εγώ μια χαμένη είμαι.
πολύ καλημέρα σας. έχω μπερδευτεί. το βλέπετε».

Μέσα από συνταρακτικά κείμενα, μέσα από ένα αλφαβητάρι κι από λέξεις, τραβηγμένες από «κάτω», από βαθιά, αλλά στρωμένες «πάνω», στην επιφάνεια, το μπλογκ της είναι ένας ιδεατός ανελκυστήρας. Πάνω – κάτω, πάνω και κάτω, συνέχεια. Το δάχτυλό της, σαν μια περίεργη γάτα του Σρέντιγκερ, πιέζει όλα τα πιθανά κουμπιά, βρίσκεται σε όλες τις πιθανές θέσεις. Της αρέσει να καταδύεται, αλλά οι δεσμεύσεις της λογικής σκέψης της, ωσάν ένα σωσίβιο, την αναδύουν. Αν ο «περίπατος» διαχειριζόταν από ένα πιο ταλαντούχο άτομο, στης Abttha το μπλογκ θα έμοιαζε. Αυτήν νιώθει κοντά του, δίπλα του, μέσα του ο πτωχός διαχειριστής, που παραμένει ένας θυρωρός, ένας χειριστής ανελκυστήρα.


~.~.~.~.~

Τι άλλο μένει; Μένει να πω, ότι όλ’ αυτά είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Τίποτα δεν είναι πραγματικό, τίποτε δεν είν’ αληθινό, εκτός από τα ονόματα, δηλαδή τα ψευδώνυμα που καταχράστηκα. Μένει να πω, ότι η κατάδυση στα βάθη που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια, η ανάδευση της ύλης και του βόρβορου, η ανάμιξη της ιλύως και του χάους, το χαοτικό ιλυόλουτρο ενός εξόριστου υπηκόου κι ενός αιχμάλωτου βασιλιά στις θέρμες του Hotel de Cluny, όλ’ αυτά κι άλλα ακόμη, ακόμη αγνώριστα κι ανείπωτα και μη λεχθέντα, είναι έργο του διαχειριστή της «Θείας Κωμωδίας». Αυτός ο σαλεμένος διαχειριστής και όχι ετούτος ο πτωχός, ετοιμάζεται για την μεγάλη βουτιά. Μόνος ή με συντροφιά τα ονόματα που δανείζεται/χρησιμοποιεί/κατέχει. Μιλώντας μόνος. Μόνος ή με συνοδοιπόρους. Γι’ αυτό, μη σας προβληματίζει που δεν καταλάβατε. Σε μένα μιλούσα. Μια Βεατρίκη αχνοφαίνεται. Μοιάζει λίγο ή πολύ έμπειρη σ’ αυτές τις βουτιές και ίσως ή Surrealistική ματιά της να φωτίσει εκεί που φως δεν έχει. Θα δείξει …



~.~.~.~.~


Τώρα, γιατί τα δύο αυτά κείμενα δεν έγιναν δύο ξεχωριστά ποστ, δεν ξέρω να σας απαντήσω. Ίσως, φοβόταν το καθένα μόνο του. Πάντως, όποιος είχε την υπομονή να τα διαβάσει, πέρασε τις εξετάσεις. Μπορεί τώρα να επισκεφθεί την «Θεία Κωμωδία», όπου μόλις τώρα αρχίζουν τα παράξενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2007

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: MOBY-DICK or, THE WHALE - I


«Ο Θεός να με φυλάει να μην ολοκληρώσω ποτέ τίποτα.»*

melville-1.gif

ΓΙΑΤΙ απ’ όλους τους συγγραφείς που μας αρέσουν και τους διαβάζουμε ασταμάτητα και τους θεωρούμε μεγάλους, ο καθένας μας με τα δικά του κριτήρια και τις δικές του προτιμήσεις, ξεχωρίζουμε κάποιους; Κάποιους τους αγαπάμε πιο πολύ και κάποια έργα τους, κάποια βιβλία τα ξεχωρίζουμε. Γνωρίζουμε πάντα την ακριβή τους θέση στη βιβλιοθήκη, όσο μεγάλη βιβλιοθήκη κι αν διαθέτουμε, μια θέση που συνήθως είναι κενή, γιατί το βιβλίο βρίσκεται, κουρέλι πια απ’ τις πολλές αναγνώσεις, τις περισσότερες φορές πάνω στο γραφείο, στην πολυθρόνα, στην θέση που απολαμβάνουμε το διάβασμα, πάντα κοντά μας.

Από τις 7 Φεβρουαρίου του 1992, όταν αγόρασα και διάβασα για πρώτη φορά τον Μομπι-Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891), αυτό το βιβλίο, σταθερά και πιθανότατα οριστικά, απέκτησε την θέση του πιο ξεχωριστού των βιβλίων που πέρασαν απ’ τα χέρια μου. Και πέρασε απ’ τα χέρια μου αμέτρητες φορές. Τρεις φορές διαλύθηκε απ’ την «κακομεταχείριση», τρεις φορές το ξαναγόρασα. Κι αμέσως πέρασε στην καρδιά μου και μετά στο νου κι εκεί ακριβώς ήταν που κόλλησα. Βοήθησε σ’ αυτό κι ο μεταφραστής του, που δεν είναι μεταφραστής μονάχα, αλλά και σχολιαστής κι ερευνητής της ζωής και της εποχής του κι ερμηνευτής του έργου του κι ένας από τους εγκυρότερους, παγκόσμια, μελετητές του Μελβίλειου έργου. Ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας, ποιητής, τυπογράφος, ζωγράφος και θεμιστοπόλος, ο Α. Κ. Χριστοδούλου, για τον οποίο έχουν γίνει δυο σύντομες αναφορές στον «περίπατο»**.

moby-dickedminor.jpgakxristodoulou.jpgmoby-dick.jpg

Θα κάνω μια προσπάθεια, λοιπόν, ν’ απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα. Να εξηγήσω για ποιους προσωπικούς λόγους ο Μέλβιλ και ειδικότερα ο Μόμπι-Ντικ, απέκτησαν αυτή την ιδιαίτερη θέση για τον εαυτό μου, όπως διάφορα άλλα βιβλία έχουν, πιθανώς, ιδιαίτερη θέση σε πολλούς από σας. Μιλώντας για τον εαυτό μου και πώς τον καταλαβαίνω, θα επαναλάβω τα λόγια του Κούντερα που αποτελούν το μότο του «περίπατου»:

«Τι είναι, όμως, ο εαυτός; Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε. Γι’ αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος, αλλά η απώλεια του παρελθόντος. Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου, παρούσα στη ζωή.»

Και θα συμπληρώσω μ’ ένα στίχο/συμπέρασμα του Α.Κ. Χριστοδούλου:

«Γιατί η οργάνωση του Παρελθόντος

όντας το Παρόν υποκαθιστά το Μέλλον.»

Πρέπει να πω, ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν είναι εύκολη προσπάθεια, πολύ περισσότερο επειδή αυτή η ογκωδέστατη Φάλαινα δεν έχει σταματήσει να σαλεύει μέσα μου ούτε λεπτό, ν’ αλλάζει θέση και να σκάβει όλο και πιο βαθιά. Να με τραβάει μαζί της στην άβυσσο της ψυχής μου. Εκ βαθέων, επομένως, και συγχωρήστε με αν ακούγομαι με κάποια αντήχηση …

mobydick.jpg

Ο “ΜΟΜΠΙ-ΝΤΙΚ ή Η ΦΑΛΑΙΝΑ” (Moby-Dick or, The Whale) κυκλοφόρησε το 1851, πρώτα στην Αγγλία και μετά στην Αμερική, σε μια μεταβατική περίοδο των ΗΠΑ, που από μια ομοσπονδία αποικιών μεταβαλλόταν σε κράτος με επεκτατικές βλέψεις. Ακολούθησε τις θαλασσινές περιπέτειες που είχε γράψει ο Μέλβιλ , «Ταϊπίι» και «Ομού», οι οποίες γνώρισαν σημαντική επιτυχία, καθώς και το «Μάρντι», ένα μεγάλο έργο κι αυτό, που δεν ενθουσίασε ούτε τους κριτικούς ούτε το κοινό. Διότι η πνευματική μεταστροφή του Μέλβιλ, αυτό που άλλαξε μέσα του, όπως παραδέχονται όλοι οι μελετητές του, συντελέστηκε κατά τη διάρκεια συγγραφής του Μάρντι. Δεν ήταν μια απλή θαλασσινή περιπέτεια, όπως τα προηγούμενα έργα του, αλλά η πρώτη απεικόνιση της πνευματικής έκλαμψης του νεαρού Χέρμαν Μέλβιλ, η πρώτη ένδειξη ότι είχε ήδη και οριστικά συλλάβει την «Αλήθεια» του, ή μάλλον αυτός είχε συλληφθεί απ’ αυτήν την αλήθεια. «Είχε πιαστεί στα βρόχια της αδυσώπητης μοίρας του … είχε σχηματίσει δηλαδή μιαν άλλη, εντελώς ιδιότυπη άποψη για τη ζωή και τον άνθρωπο, που ήταν γραφτό να αλλάξει τα σχέδιά του …»***.

Κι εδώ εντοπίζεται μια πρώτη δυσκολία για την κατανόηση του Μόμπι-Ντικ. Ο Μέλβιλ δεν θα είχε γράψει τον Μόμπι-Ντικ, αν δεν είχε προηγηθεί το Μάρντι. Στο Μάρντι ο Μέλβιλ πειραματίστηκε αναμιγνύοντας γλωσσικές εκφράσεις και φιλοσοφικούς στοχασμούς, που επαναλήφθηκαν με την ίδια επιτυχία και ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα στο Μόμπι-Ντικ. Θα έλεγα ότι το Μάρντι αποτελεί σχεδόν προϋπόθεση του Μόμπι-Ντικ. Μόνο που το Μάρντι δεν έχει μεταφραστεί, ακόμη, στην ελληνική γλώσσα και η προσπάθεια κατανόησης του Μόμπι-Ντικ αρχίζει μ’ ένα μειονέκτημα. Ένα κενό, που έρχεται, όμως, να αναπληρώσει ο ακάματος Α. Κ. Χριστοδούλου με μια παρουσίαση του Μάρντι και μια ανάλυση του έργου, άνω των 400 σελίδων, στον πρώτο τόμο της editio major του Μόμπι-Ντικ, από τις εκδόσεις Gutenberg (που έμελλε, δυστυχώς, να είναι και ο τελευταίος, καθώς ο προγραμματισμός του εκδότη μας έχει στερήσει τους επόμενους τέσσερις, ναι 4, ογκώδεις τόμους, που θα ολοκλήρωναν αυτό το έργο).

.

.

Σαν τον συγγραφέα Λομπάρδο στο Μάρντι, που δηλώνει ότι είναι ένα απλός αντιγραφέας, ένας γραφιάς που έγραφε καθ’ υπαγόρευση (a mere amanuensis writing by dictation) ή σαν τον Πιερ Μενάρ του Μπόρχες, που συγγράφει, 3 αιώνες μετά τον Θερβάντες, τον Δον Κιχώτη, έτσι κι ο μεταφραστής ξανα(συγ)γράφει τον Μόμπι-Ντικ. Έτσι κι εγώ, ο «μοιραίος» αναγνώστης, αντιγράφω τη Φάλαινα, όχι στο χαρτί με μελάνη, όχι στην οθόνη με σημαδάκια πίξελ, αλλ’ αντιγράφω τη Φάλαινα στα κατάβαθα της ψυχής μου, σκαλίζω στα βράχια της τα πολλά μου ονόματα, χωρίς τελειωμό. Κορφολογώ την ανάσα της, την ανάσα της Φάλαινας ψυχής μου –cropper είναι τ’ όνομά μου– θερίζω στο κενό τον Ωκεανό, μαζεύω απ’ τα βάθη του τα κύματα –μον’ δε με λένε cropper- ποιος είμαι εγώ που αντιγράφω; Ποιος είμαι εγώ που δεν μπορώ παρά συνέχεια ν’ αντιγράφω; Καθ’ υπαγόρευση τίνος, αν όχι ενός μυαλού που υπνοβατεί.

——————————————————————-

* Το 32ο κεφάλαιο του Μόμπι-Ντικ, με τίτλο «ΚΗΤΟΛΟΓΙΑ», τελειώνει με τις φράσεις:
«Ο Θεός να με φυλάει να μην ολοκληρώσω ποτέ τίποτα. Ολόκληρο αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά ένα προσχέδιο – τι λέω, το προσχέδιο ενός προσχέδιου. Ω Χρόνε, Δύναμη, Χρήμα και Υπομονή!»
Σημειώστε το, όσοι είστε διατεθειμένοι να κατεβείτε μαζί μου στ’ απύθμενα βάθη, γιατί αποτελεί ένα από τα κλειδιά των κρυμμένων αμπαριών που θα συναντήσουμε.

———————————————-

** Orbis Literae και Ο Αιχμάλωτος Βασιλιάς

———————————————-

*** Α. Κ. Χριστοδούλου: Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα, Gutenberg, editio major, σελ. 26

———————————————-



  • Ασκήσεις ετυμολογίας

    Ο Α. Κ. Χριστοδούλου ξεκίνησε να διαβάζει τον «Μόμπι Ντικ» το 1980 στη μετάφραση της Αγλαΐας Μητροπούλου (εκδόσεις Πεχλιβανίδη). Ηταν μια παιδική έκδοση από την οποία είχαν αφαιρεθεί τα αποσπάσματα στοχασμού, προσπαθώντας να κρατηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον της περιπέτειας. Διαβάζοντας προσεκτικά το ελληνικό κείμενο ο Θανάσης Χριστοδούλου ένιωσε ότι υπήρχε μια σχετική ανακολουθία στην απόδοση των όρων. Ο ίδιος δεν γνώριζε τότε καλά αγγλικά. Εχοντας μια σύντομη θητεία σε φροντιστήριο της Αθήνας κατά τα φοιτητικά του χρόνια, προσπάθησε στη συνέχεια να αποκτήσει μόνος του τις βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης. Για την ομιλία ούτε λόγος… Με τη βοήθεια του λεξικού έκανε αντιπαραβολή του αμερικανικού κειμένου με το ελληνικό. Από την πρώτη παράγραφο διαπίστωσε ότι «πίσω από κάθε φράση του Μέλβιλ υπάρχουν τρεις αναγνώσεις» και δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις επιλογές της μεταφράστριας. Αποφάσισε να αφιερώσει τον ελεύθερο χρόνο του στην ανάγνωση του βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει το 1851.

    Για τις ανάγκες της πρώτης ανάγνωσης ο Θανάσης Χριστοδούλου αγόρασε το δωδεκάτομο λεξικό της Οξφόρδης. Μελετούσε κάθε λέξη. Οχι μόνον εκείνες που αγνοούσε αλλά ακόμη και εκείνες που γνώριζε: «Προσήγγιζα κάθε λέξη ιστορικά αλλά και μέσα στο περιβάλλον της. Κάθε λέξη φορτίζεται διαφορετικά, ανάλογα με το πότε χρησιμοποιήθηκε, από ποιον και για ποιο λόγο. Ετσι διαπίστωσα ότι ορισμένες λέξεις που θεωρούμε δεδομένες, διαφοροποιούνται στο κείμενο του Χέρμαν Μέλβιλ. Αρχικά εργάστηκα χωρίς να ανατρέξω σε θεωρητικά κείμενα σχετικά με τον συγγραφέα. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να αντιληφθώ μόνος μου την κοσμοθεωρία του. Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος από την τριβή με το κείμενο». Οταν έφθασε στο δέκατο κεφάλαιο αποφάσισε να μεταφράσει το βιβλίο. Επέστρεψε στις πρώτες σελίδες και άρχισε την επίπονη απόδοση στη νεοελληνική. Παράλληλα εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του. Αυτό που τον μαγνήτιζε στον Χέρμαν Μέλβιν ήταν περισσότερο ο φιλοσοφικός στοχασμός παρά η λογοτεχνική ποιότητα των έργων του. «Ο Μέλβιλ θέτει βασανιστικά ερωτήματα. Ετσι δεν με ενδιέφερε ο λογοτεχνία αυτή καθαυτή αλλά οι τοποθετήσεις του σχετικά με τον άνθρωπο, που παρουσιάζεται ως το τραγικό και αδικημένο ον στο Σύμπαν».

    Η εργασία γύρω από τον Χέρμαν Μέλβιλ έχει πολλές παραμέτρους για τον Θανάση Χριστοδούλου. Αρχικά έμαθε αγγλικά. Στη συνέχεια αναζήτησε βιβλία σχετικά με το έργο του, ήλθε σε επαφή με ξένους εκδότες και πανεπιστημιακούς και μελετητές. Για τις εκδοτικές δραστηριότητές του εξοικειώθηκε με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατέληξε μάλιστα να σχεδιάσει μόνος του 25 πολυτονικές γραμματοσειρές ­ κάτι που συνήθως το αναλαμβάνουν γραφίστες ­ προκειμένου η πεντάτομη έκδοση να τυπωθεί όπως εκείνος την είχε φανταστεί. «Είμαι πολύ φιλόδοξος» ομολογεί. «Δεν έχω καμιά ταπεινοφροσύνη όταν γράφω. Επιδιώκω το τέλειο. Εργάζομαι ώσπου να φτάσω στα όρια της τελικής κατάπτωσης. Οι 800 σελίδες του πρώτου τόμου είναι συνέπεια μεγαλομανίας…».

    Ο Χέρμαν Μέλβιλ δεν δέχθηκε καμία άποψη της φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παράδοσης. «Ο Μέλβιλ είναι ένας ιεροφάντης» υποστηρίζει ο κ. Χριστοδούλου. «Ηταν ένας λογοτέχνης που ξεκινούσε από το τίποτα, από μιαν απλούστατη ιδέα και την έκανε βιβλίο. Με μαγνήτισε όμως κυρίως επειδή η αφηγητική του ικανότητα δεν είναι επίπεδη. Πίσω από τις περιπετειώδεις περιγραφές υπάρχει μια κοσμοθεωρία. Νομίζω ότι είναι, μαζί με τον Χόθορν, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές στην ιστορία της φιλοσοφίας. Δεν μπορώ να εκφράσω μέσα σε λίγες γραμμές την τοποθέτησή του απέναντι στο ζήτημα “ποιος είμαι εγώ”. Νομίζω ότι βρίσκει κανείς την απάντηση στις 100 πρώτες σελίδες του “Μόμπι Ντικ”». Στο τέλος του βιβλίου, μετά από την αγωνιώδη φαλαινοθηρική περιπέτεια, σώζεται μόνο ένας, ο Ισμαέλ. Σώζεται για να αφηγηθεί την ιστορία των ανθρώπων που προσπάθησαν να εναντιωθούν στο μεγαλείο της φύσης. Σύμφωνα με τον Α. Κ. Χριστοδούλου, «το βιβλίο είναι μια άσκηση ετυμολογίας» Κάθε έννοια συνδέεται με κάποιες άλλες, δίνοντας έτσι τον ορισμό «της μεγαλύτερης αναπηρίας του ανθρώπου: της αδυναμίας του να ζήσει χωρίς συμβάσεις, σαν τις γλωσσικές συμβάσεις. Για τον Μέλβιλ η δύναμη της γλώσσας είναι καταστρεπτική. Ολος ο πολιτισμός είναι ένα πλαστό οικοδόμημα που βασίζεται στη γλώσσα. Μεγαλώνουμε με άγνωστα πράγματα που φέρουν ετικέτες. Για παράδειγμα, βλέπουμε ένα βουνό και μαθαίνουμε ότι υπάρχει μία λέξη για το αντικείμενο. Αν αφαιρέσουμε τη λέξη, χάνεται ο ορισμός. Αν αφαιρέσουμε τα ονόματα, χάνεται η ταυτότητα του Σύμπαντος».

    Ο Α. Κ. Χριστοδούλου συνάντησε για πρώτη φορά τον Μέλβιλ σε κινηματογραφική αίθουσα του Βόλου, όπου προβαλλόταν η ταινία «Μόμπι Ντικ» του Τζον Χιούστον. Σήμερα, σε ηλικία 54 ετών, ο δικηγόρος από τη Μαγνησία συγκαταλέγεται στους εγκυρότερους μελετητές του έργου του συγγραφέα που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1819. Το γεγονός ότι το ετήσιο συνέδριο της Εταιρείας Μέλβιλ θα πραγματοποιηθεί στον Βόλο οφείλεται αποκλειστικά στην προτροπή του και στην προσωπική σχέση με τον Γραμματέα της Εταιρείας Σάνφορντ Μάροβιτς. Αλλωστε το λιμάνι του Βόλου θεωρείται ιδανικό για την προσάραξη φαλαινοθηρικών.

    ΛΩΡΑ ΚΕΖΑ (Το ΒΗΜΑ, 29/06/1997 )


    1 Απάντηση to “ΛΩΡΑ ΚΕΖΑ: Ασκήσεις ετυμολογίας”


  • 1 eleni Σάββατο, 29 Δεκέμβριος 2007 σε 4:58 μ.μ

    επειδή έχω γεράσει μέσα σε πολύ λίγες μέρες κι αυτό δεν είναι καθόλου κακό, θα καταθέσω εδώ, εκτός τόπου και χρόνου, πως αυτό που αφηγείται η λώρα κέζα για το χριστοδούλου και τη μύηση μέσα από την οποία πέρασε, είναι μια μέθοδος απ’αυτές που δε διδάσκεσαι ποτέ παρά μόνο από την απλότητα, η οποία μπορεί να σε πάει πολύ μα πολύ μακριά.
    γιατί να έχει βρει τουλάχιστον τρεις ερμηνείες ο χριστοδούλου;
    απλό: γιατί δεν ήταν -ευτυχώς- στρατευμένος με καμία, ή ήταν παθιασμένος το ίδιο με όλες.
    απλό: γιατί ήταν ταπεινωμένος και χαρούμενος μπροστά σ’ένα κείμενο που ερωτεύτηκε σιγά-σιγά.
    ερωτεύομαι σιγά-σιγά θα πει αγαπώ κάθε μέρα περσότερο.
    το ‘εγώ δε μεταφράζω γιατί δεν ξέρω καλά’ είναι όντως μια γνωστή μέθοδος ταπείνωσης μπροστά σ’ένα κείμενο που από την αρχή σημαίνει μια έκρηξη για μας. έτσι ασχολήθηκα κι εγώ με τον άδωνη, και για 16 χρόνια και, μετέφραζα τα λιγοστά ποιήματα μιας και μοναδικής συλλογής.
    κι επειδή είμαι και δασκάλα, αυτή τη μέθοδο χρησιμοποίησα και στη δουλειά μου, και αυτό έδωσε κάποια στιγμή τους πιο καλούς καρπούς: ίδε μαρία μαυρουδή.
    μιλώντας της για την εμπειρία μου που ήταν σαν του χριστοδούλου, έπεισα τη μαρία, στην αρχή της σταδιοδρομίας της, να εφαρμόσει ακριβώς αυτή τη μέθοδο. το αποτέλεσμα: τέλεια γνώση της αραβικής, η μαρία τώρα είναι ένα αστέρι της αραβολογίας σε παγκόσμιο επίπεδο…
    από πού ξεκινάνε όλα αυτά;
    από το κουτί της πανδώρας που λέγεται γλώσσα!
    γλώσσα…
    γάλα
    λόγος
    λόγος γλυκύς παραμυθίας και λαμπερός. όποιον τον κέρδισε η γλώσσα, η γητειά είναι μεγάλη και λέω μπούρδες βέβαια.




.

.

(συνεχίζεται)


9 Απαντήσεις to “MOBY-DICK or, THE WHALE - I”


  1. 1 surrealist Τρίτη, 11 Δεκέμβριος 2007 σε 9:06 μ.μ

    Preludio/προανάκρουσμα

    Επέτρεψέ μου να αντηχήσω : αντηχείς καλά!

    Καμία υπό- θέση δεν είναι εύκολη για κανέναν με πρόσω κίνηση -προς το πάθος (που προσπαθεί)…

    Αυτή η φάλαινα, ολοένα μικραίνει όταν βρεθεί σε άβυσσο, κρατάει μόνο το βάρος της, θέλει να μας βαραίνει…
    Αέναα σαλεύει, γιατί έτσι υπάρχει.
    Σκάβει βαθιά, νομίζει από τα βάθη ότι θα γλιτώσει.
    Επίμονα αλλάζει θέση, γιατί μόνο έτσι μπορεί να στρέφει το βλέμα της, σε κάθε μας λεπτό, αλλά έτσι ακριβώς, μετράει και πόσο θα ζήσει…
    Ας μας τραβά σε άβυσσο, μικραίνει, μικραίνει… και από μονάχη της κάποιες φορές, σε άβυσσο πεθαίνει!

    Αντέγραψέ την, στα κατάβαθα, μέσα στα βάθη… γίνεται αδύναμη,
    δυναμωμένοι εκεί είναι μόνο οι δικοί μας κόποι -COPY!

    Σε αντέγραψα…
    Ένα COPY;
    (από το υποκειμενικά πιο ωραίο, ελεύθερη η απόδοση αντιγραφής)

    Γιατί με τόσα ονόματα που με ονομάσανε, ξέχασα πως με λένε…

    Παρακαλώ,
    άστη να ανασαίνει και τί έγινε, αλλιώτικα ανασαίνει.
    Αργ’ ανασαίνει - γρήγορα εμείς… δε μας στερεί ανάσα.

    [ΧΙΧ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

    … «-Τι ξέρεις γι' αυτόν;

    -Τι σου είπαν γι' αυτόν, λέγε!

    -Δεν μου είπαν και πολλά πράγματα για «δαύτον»
    Άκουσα μόνο πως είναι καλός φαλαινοθήρας και καλός καπετάνιος για το πλήρωμά του.»]

    Κρατάω το κλειδί που δίνεις, για τη συνέχεια…

  2. 2 cropper Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2007 σε 10:46 μ.μ

    SURREALIST,

    Από τα τόσα ονόματα, ποιό να φωνάξω;

    Stevi;

    Βεατρίκη;

    Έλα. Έλα θα σε φωνάξω.

    Αφήνω στην τέχνη να φωνάξει για τ’ ανείπωτα.
    Εγώ το μη-λεχθέν προσπαθώ με κραυγές να εκφράσω. Καμιά φορά και με ψίθυρους.

    Να εκφράσεις όμως το μη-λεχθέν, είναι να βρεις τη λέξη, για την ίδια τη λέξη, τη γλώσσα που ακούει αυτό που θέλουμε να σιγήσει, αυτός ο εσώτερος μονόλογος που βιώνει καθημερινά ο καθένας μας και για χάρη του κάνουμε συχνά συμβιβασμούς με την ύπαρξη, εκείνους που μας επιτρέπουν να ζούμε. [Claude Olievenstein, Το μη-λεχθέν των συναισθημάτων, εκδ. Κέδρος 2004, μτφ. Μ. Παραδέλη]

    Με κραυγές και ψιθύρους, λοιπόν, εργαλεία σ’ ένα blog, που μπορεί να μην υπάρχει. Όχι ανείπωτα, αλλά ανύπαρκτα. Όπως όλα …

  3. 3 vrakas kostas Πέμπτη, 13 Δεκέμβριος 2007 σε 7:36 μ.μ

    Αχ βρε Κωστη!
    Αδιαβαστο με πιανεις και παλι!Που να εχω εγω εδω φιλε μου,την βιβλιοθηκη που ειχα στην Ελλαδα;!!
    Τελως παντων!Σε θαυμαζω για τα υπεροχα ποστς και αναλυσεις σου!Για τους τοσο ομορφους συνειρμους που μας παραπεμπουν αυτα!
    Πανε πολλα χρονια πισω που διαβασα το Moby-Dick!Δεν θυμαμαι ποιανου η μεταφραση ηταν!
    Μπορω ομως να σου πω την..γευση που μου αφησε τοτε και που την κραταω μεχρι σημερα…
    …………………………………..
    Γινεσαι τελικα θυμα,οταν “κυνηγας” τοσο εντονα μια εμμονη ιδεα!
    Ο στοχος σου,δεν ειναι πλεον καθαρος μπρος στα ματια σου!Βυθιζεται στα απυθμενα βαθη και το λιγοστο φως που εχεις σαν στιγμα αναγνωρησης του,διαθλαται και τον παραμορφωνει!
    …………………………………..
    Αυτα περιπου μου εμειναν απο τοτε!
    Την καλησπερα μου εχεις!!

  4. 4 surrealist Σάββατο, 15 Δεκέμβριος 2007 σε 9:30 μ.μ

    Κρυμμένα μυστικά, αμπάρια…
    δωρίζεις τα κλειδιά και τα πετούν στα πέλαα, τώρα πρέπει να σκοτώσω τη φάλαινα, που τα κατάπιε…

  5. 5 ναυτίλος Σάββατο, 2 Φεβρουάριος 2008 σε 1:14 μ.μ

    Θαυμάσιο αρθρο !Μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος για τον Μόμπυ Ντικ.Κρίμα που ο Χριστοδούλου εγκατέλειψε, απ’ότι φαίνεται, τα μεγαλεπίβολα σχέδιά του για τον Μέλβιλ.Αυτά όμως έχει η τελειομανία.Προς το παρόν ας αρκεστούμε στα δύο μικρά βιβλιαράκια του από την Ινδικτο και ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί κάποιος άξιος συνεχιστής του για το Mardi…

  6. 6 cropper Σάββατο, 2 Φεβρουάριος 2008 σε 9:48 μ.μ

    ΝΑΥΤΙΛΕ,

    Χαίρομαι πάρα πολύ την επίσκεψή σου.
    Και για το μοίρασμα του πάθους, που φαίνεται να σε οδήγησε εδώ, αφού δεν είχαμε “γνωριστεί” πριν, ούτε στον ‘περίπατο’ ούτε στο δικό σου μπλογκ.

    Από μια σύντομη βόλτα, είδα ότι το πάθος σου είναι γενικότερο με τη λογοτεχνία. Κι αυτό που εκτίμησα είναι η λιτότητα των αναφορών / παρουσιάσεών σου. Αφήνεις να μιλούν τα κείμενα των δημιουργών και οι εικόνες, ενώ εγώ πάσχω από λογοδιάρροια.

    Ο Χριστοδούλου δεν εγκατέλειψε και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ -όσο ζει- την προσπάθεια με τον Μέλβιλ. Ο εκδοτικός οίκος ματαίωσε, ως μη εμπορική (sic), την έκδοση των υπολοίπων τόμων.

  7. 7 ναυτίλος Σάββατο, 2 Φεβρουάριος 2008 σε 10:27 μ.μ

    Χαίρομαι που μαθαίνω ότι ο Χριστοδούλου συνεχίζει …σίγουρα θα βρεθεί κάποιος εκδότης.Ίσως η “Ίνδικτος”, που επίσης έχει πάθος με τα “μεγάλα” έργα , όπως φαίνεται από το Paradiso του Λίμα , το Middlemarch της Ελιοτ ,το υπέροχο “τρίτο βιβλίο για τον Αχιμ” του Γιόνζον και το “ένα μπαλκόνι στο δάσος ” του Γκρακ.

  8. 8 οδυσσεια Τετάρτη, 13 Φεβρουάριος 2008 σε 4:11 μ.μ

    Δυσκολευόμαστε να δούμε τον Αχααβ να δυναστεύεται απο το πάθος για εξουσία;

  9. 9 cropper Τετάρτη, 13 Φεβρουάριος 2008 σε 10:02 μ.μ

    ΟΔΥΣΣΕΙΑ,

    μάλλον μιλάμε για διαφορετικά βιβλία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2007

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Intermézzo

Το ν’ απαντήσει κανείς σε σχόλια που έχουν γίνει στο blog πριν ένα μήνα, δεν έχει, ίσως, νόημα. Αλλά δεν μπορώ να προχωρήσω σε καινούργια κείμενα, αν πριν δεν τακτοποιήσω αυτή την “εκκρεμότητα”. Μπορεί να μην βλέπω την «Θεία Κωμωδία» ακριβώς σαν blog, αλλά περισσότερο σαν Κατάθεση, ωστόσο από την στιγμή που δημοσιεύεται ένα κείμενο, που δημοσιοποιείται η άποψη του συντάκτη του, αρχίζει ένας διάλογος. Αυτό το νόημα έχει η δημοσιοποίηση.

Λόγω της καθυστερημένης ανταπόκρισής μου, λοιπόν, για την οποία ζητώ συγγνώμη, θα περάσω τα αναπάντητα σχόλια με τις απαντήσεις μου μπροστά, σ’ ένα ενδιάμεσο κείμενο, σαν σύνδεση του προηγούμενου με το επόμενο ποστ.

γητευτρια 10.30.07 / 3ΠΜ

Στόχους εννοούσα ευγενείς. Λογοτεχνικούς και συγγραφικούς. Ακόμα και παρεΐστικους ή συντροφικούς. Ελπίζω να το πήρες σωστά. Άλλωστε ένα μπλογκ με Δάντη και να ήθελε δεν θα μπορούσε να έχει άλλου είδους στόχους. Δεν πουλάει η ποιότητα…

[cropper]: Ωραία, συμφωνούμε, αν και στο μεταξύ η συντροφιά έχει γίνει κάπως ακριβή.

η θεία μου η Τραγωδία 10.31.07 / 1ΠΜ

ας αφησουμε τις φλυαρίες
εμπρός, ας ενσκύψουμε στο κειμενο!
εμένα μου δημιούργησε πολλες εποικοδομητικες απορίες
και προς το παρον προσπαθω να τις κατατάξω να τις κατηγοριοποιησω οποτε και θα τις διεκτραγωδίσω αναλόγως Βασικά ομως η λεξη κομωδία, εχει να κανει με το κομοδίνο? τι λεει ο μπαμπινιότης αραγε?

[cropper]: Σου απαντά η Ελένη, στη συνέχεια. Ευχαριστώ που ενέσκυψες! Πρόσεχε.

eleni 11.6.07 / 9ΠΜ

ως ειδική στις πάστες φούρνου και τα λεξικά, κυρίως όταν είναι ερμητικά κλειστά, μπορώ να σε διαβεβαιώσω, ανηψιέ της τραγωδίας, ότι ναι, κομωδία και κομοδίνο από την ίδια λέξη προέρχονται, εξ ού και το πρώτο όμικρον, γιατί τα κομοδίνα είναι όπως γνωρίζουμε μικρά τραπεζάκια πάνω στα οποία αφήνουμε τα βιβλία ή τα χαπάκια πριν τον ύπνο.
πέραν αυτού η κομοδία μπορεί να έχει να κάνει με την κώμη, π.χ. μακρακώμη ψιλο΄κώμη, και έτσι ακριβώς έχει να κάνει με την έννοια του αστείου στον αντίποδα του κωμικού. πάντως και τα δυο για το ομαδικό γέλιο είναι. ψυχοθεραπεία δλδ της πόλης και του χωριού…

τώρα αν είναι δράμα και τραγωδία η θεία κωμωδία, δεν ξέρω, μόνε ξέρω ότι ό,τι και να λέει ο θείος ο δάντης, η ζωή του ήτανε τέτοια κόλαση, που το καθαρτήριο το χε για παρηγοριά… τον παράδεισο για μακρινή σκιά…
τι να πει για τον κόσμο ο κακόμοιρος!
έναν κόσμο που μόνε και τη λαλιά του καλά καλά με τόσα περάσματα, κεράσματα, σπάσματα, είχε καταργήσει…
κι οι πλούσιοι συγγενείς, και τα φαγητά τους -τη θες τελικά την πάστα φούρνου;- τουτέστιν οι ιστορίες τους, σημαδάκια στο μεγάλο δάσος των κρεμασμένων ήταν. σημαδούρες ήταν όλοι τους. κι ο θείος, κοντός, με βοτσαλάκια στην τσέπη.

[cropper]: Απάντησες στον ανηψιό, μόνε λησμόνησες το κομμωτήριο.

Στο δάσος, όποιος από συνήθεια χάνεται, τις σημαδούρες, τα βοτσαλάκια κυνηγά. Όπως ο θείος. Τα μάζεψε όλα στην τσέπη του και δεν έβρισκε τον δρόμο του γυρισμού. Κι έτσι, οι επόμενοι εμείς, όλοι, χανόμαστε. Εκτός κι αν, κάποια στιγμή, σε μια στροφή, ξεχωρίσουμε τον μεσκαλίτο ή περνώντας δίπλα από έναν θάμνο, δούμε μια ντατούρα. Εκτός κι αν, κάποια στιγμή, ξεχωρίσουμε τους συμμάχους από τις άλλες σημαδούρες. Στο δάσος των κρεμασμένων, μόνο τα διαβολοβότανα είναι που μας προστατεύουν … από τον δρόμο του γυρισμού.

Είναι βαριά η υγρασία της νύχτας στο δάσος των κρεμασμένων. Πέφτει στα βλέφαρα και τα λυγίζει. Ίσως πέσω να κοιμηθώ. Ίσως ονειρευτώ. Ίσως δω τις πέτρες να μαλακώνουν. Και για να το πω με τα δικά σου λόγια:

Ίσως απλώσω το σεντόνι του έρωτα πάνω στα χόρτα.

Και ποιος θα κοιμηθεί πάνω σ’ αυτό, ποιος θ’ απαλύνει το κορμί του με τη φύση εγκάρσια στα σπλάχνα

Ίσως απλώσω το σεντόνι του έρωτα πάνω στη νύχτα

Μα ούτε κει το δικό μου κορμί θ’ ακουμπήσει

Πάντα με τρόμαζαν τα’ αστέρια που τρέμουν, πάντα με θάμπωνε η χλόη που κλαίει κάθε πρωί.

Ίσως μια πέτρα να βρω ορφανή από χείμαρρο, παρατημένη στους δρόμους των ανθρώπων

Πέτρα σκαμμένη από νερό κι από άνεμο, πέτρα που να μη λέει καλημέρα ούτε στα διπλανά χόρτα ούτε σ’ ανύποπτα κοιμισμένα κοχύλια.

Θα μπω στου τάφου της τη σιωπή, και θα λουφάξω ολάκερη.

Χωρίς ν’ αρνιέμαι τίποτα και χωρίς να μιλάω.

Δεν ξέρω πια πώς με λένε. Ό,τι ένιωσα και απέρριψα θα το πάρω μαζί μου στο κόκκινο σεντόνι μου μέσα. Πρώτο με λιθοβολεί το σώμα μου, μετά όλοι μου οι κόσμοι.

Πρώτο με λιθοβολεί το σώμα μου, μετά όλοι οι κόσμοι μέσα μου.

Μετά η ελπίδα πως σαν πετρώσει το σώμα μου, κάθε μετάνοια θα ‘ναι νερό με ορμή, και η πέτρα θα γλυκάνει.


abirato 11.10.07 / 3ΠΜ

“Voi ch’ entrate, lasciate ogni speranza…”. Τουλάχιστον σε συλλογικό επίπεδο, νομίζω πως δε θα υπάρξει καν “καθαρτήριο”…

Τα εύσημά μου για την αξιοπρεπέστατη παρουσίαση!!!

[cropper]: Ευχαριστώ για τα εύσημα. Τα υπόλοιπα στο προηγούμενο πόστ, του Ροΐδη.

Καθαρτήριο και Παράδεισος δεν υπήρξαν ποτέ. Και δεν θα υπάρξουν. Ήταν ουτοπικές «δυνατότητες» και όχι τόποι. Με την ανάπτυξη που παρουσίασε η Κόλαση, απορρόφησε κι αυτές τις δυνατότητες.

numb 11.12.07 / 2ΠΜ

πολύ ενδιαφέρον το πόνημά σου, φίλτατε. φανταζομαι ότι αυτό εδώ το μπλογκ θα μου δώσει τα ερεθίσματα για να διαβάσω κείμενα που είτε σνόμπαρα είτε αγνοούσα. το template δε μου άρεσε, μάλλον γιατί δεν φανερώνει ολόκληρες τις νέες αναρτήσεις. τα χρώματα μια χαρα είναι. (αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες, το περιεχόμενο έχει σημασία)

[cropper]: Είναι μια βρύση που τρέχει νερό. Μόλις σκύψεις να πιεις, γίνεται δάκρυα. Και μόλις σκουπίσεις τα δάκρυα, γίνονται αίμα. Ξέρεις εσύ απ’ αυτά.

ΥΓ. Το template είναι, όντως, δύσκολο, αλλά μ’ αρέσει …

η θεία μου η Τραγωδία 11.16.07 / 5ΠΜ

ΚΑΛΑ ΜΕΓΑΛΕ, ΟΤΙ ΘΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΣ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΕΙΣ ΜΕ ”ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ” ΠΟΥ ΛΕΝΕ, ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΑ…ΕΥΓΕ!

[cropper]:Είσαι ο πρώτος που κατάβαλε ότι όλα τον αφορούν προσωπικά ή ο τελευταίος;

surrealist 11.26.07 / 1ΠΜ

Inferno: Canto IV

[cropper]:
Ruppemi l’alto sonno ne la testa

un greve truono, sì ch’io mi riscossi

come persona ch’è per forza desta;

e l’occhio riposato intorno mossi,

dritto levato, e fiso riguardai

per conoscer lo loco dov’io fossi.

Vero è che ‘n su la proda mi trovai

de la valle d’abisso dolorosa

che ‘ntrono accoglie d’infiniti guai.

Από τον ύπνο τον βαθύ μ’ αρπάζει

Μια δυνατή βροντή, με ξεπετά

Και με το ζόρι με ξυπνά.

Ξεκούραστα τα μάτια μου γυρίζω,

Ολόρθος και με προσοχή

Κοιτώ τον τόπο που βρισκόμουν να γνωρίσω.

Κι ήμουν, στ’ αλήθεια, στης αβύσσου την άκρη

Που όλους τους πόνους τους μαζεύει

Κι όλη τη θλίψη και το δάκρυ

(Πρέπει να σ’ αρέσει το απόσπασμα αυτό, γιατί το βλέπω μόνιμα στο blog σου.)

Surrealist 12.3.07 / 11ΠΜ

Πηγή: ΔΑΝΤΗΣ-νέα ζωή- εισαγωγή, μετάφραση Ν. Κούρκουλος

το όνομα Βεατρίκη(λατ. Beatrix) σημαίνει “αυτή που φέρνει την ή οδηγεί στη μακαριότητα/ευτυχία” .Θέλει να επι ότι η όψη της αντιστοιχούσε στη σημασία του ονόματός της (όπως θα πει και παρακάτω “nomina sunt consequentia rerum” παρ. xiii)

Η νέα ζωή γράφτηκε κάπου ανάμεσα στα τέλη του 1292 και το 1294…

χιιι
Όλες μου οι σκέψεις για έρωτα μιλάνε
μα δεν μπορούν ναρθούν σε συμφωνία:
τη δύναμη του προσκυνά η μία,
άλλη πως τούτο τρέλα, λέει θά ‘ναι, …

[cropper]: Μάλλον σ’ αρέσει γενικότερα ο Δάντης. Ευχαριστώ για την συμμετοχή σου, κάπως έτσι φανταζόμουνα να λειτουργήσει αυτό το blog. Πασίτσες ο ένας στον άλλο χωρίς να μας νοιάζει το γκολ. Θα επανέλθουμε στον Δάντη, δεν γίνετ’ αλλιώς.

.

.

Πάμε παρακάτω τώρα …


2 Απαντήσεις to “Intermézzo”


  1. 1 cropper Πέμπτη, 6 Δεκέμβριος 2007 σε 4:58 π.μ.

    Τα “λόγια” της Ελένης στο σχόλιό της, είναι το ποίημα ‘Το σεντόνι του έρωτα’, από την ποιητική συλλογή της “Λάθος τρένο”.

  2. 2 surrealist Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2007 σε 12:14 π.μ.

    Καμία απάντηση (η απάντηση) περιεχομένου, διότι το περιεχόμενο των απαντήσεών σου, εμπεριέχει τις απαντήσεις μου. Μα και βέβαια κατάλαβες τι είπα. Thanks!

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb