... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Παίζω σαν Moebius

Πρώτο χειρόγραφο

Στην Περιοχή, που τη λέγαν άσπρη, γιατί ήταν άσπρη και για να κρύψουν τον φόβο τους, δέσποζε ο Πύργος και τίποτ’ άλλο. Ένας πύργος ορθός μέχρι ψηλά και όλη η Περιοχή ξαπλωμένη, επίπεδη, σκληρή, παγωμένη, έρημη απ’ άκρη σ’ άκρη. Χωρίς ορίζοντα. Χωρίς ορίζουσες, εξόν του Πύργου που την όριζε.

Πρόσθετες πληροφορίες περί της Περιοχής:

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν αυτή η Περιοχή της άκρης της γης κρατούσε κάποτε ζωή. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί στην άσπρη Περιοχή, το μόνο ορατό σημείο, ο Πύργος, δεν είχε ίσκιο. Άπλετο φως έλουζε την Περιοχή του Πύργου, αλλά ίσκιος δεν φαινόταν. Ούτε ήλιος. Τίποτα. Αν υποθέσουμε ότι εμφανιζόταν άνθρωπος εκεί, άνθρωπος ανήξερος και τολμηρός, θα μπορούσε να διακρίνει το παλιό πλακόστρωτο, που ξεκινούσε από την πύλη του Πύργου, προ πολλού εξαφανισμένη, και οδηγούσε πέρα και χανόταν πέρα. Θα μπορούσε να συμπεράνει περί της Περιοχής του Πύργου και περί του Πύργου του ίδιου, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν εμφανιζόταν άνθρωπος, άνθρωπος ανήξερος και τολμηρός.

Το Πουλί, μαύρο γεράκι εκπαιδευμένο, γυρόφερνε τον μοναχικό Πύργο. Ώρες ατέλειωτες, κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο και πεισματικά κρατώντας σταθερή απόσταση από τον ψηλό πύργο, άξονα της περιοχής. Μαύρο σημάδι στον άδειο ουρανό.

Στο ψηλότερο παράθυρο του ψηλού πύργου, στο μοναδικό παράθυρο του μοναχικού Πύργου, έστεκε το Παιδί, αρχαίο κι αόμματο, τείνοντας την δεξιά του χείρα εκτός του παραθύρου, μια μικρή κάθετη γραμμή στον μεγάλο κάθετο Πύργο, μια μικρή παράλληλη γραμμούλα στην ατέλειωτη Περιοχή.

Έτσι:

~.~

Π

Ι[--

ΙΙ

ΙΙ

ΙΙ

ΙΙ

ΙΙ

ΙΙ

ΙΙ

------------------------------------------------------------------

Η Περιοχή άσπρη κι ακίνητη. Ο Πύργος γκρίζος και ακίνητος. Το Πουλί περίμενε μαύρο. Μαύρο και ακίνητο.

Το Παιδί παρέμενε αόμματο. Τυφλό και ακίνητο.

Το χέρι του Παιδιού του Πύργου της Περιοχής παρέμενε άψυχο. Το Πουλί κατανοεί το αδιόρατο νεύμα.

Αυτή η αφήγηση τελειώνει ξαφνικά, κόβεται απότομα, παρόλο που το τετράδιο έχει κι άλλες σελίδες, άγραφες, κενές.

Στα χέρια μου έπεσε ένα άλλο τετράδιο, από άλλο χέρι γραμμένο, ούτε θυμάμαι πώς.


Δεύτερο χειρόγραφο

Το Πουλί έκοβε γύρους ψηλά στον ουρανό. Ένα μαύρο μικρό σημάδι, ζήτημα αν το έπιανε μάτι ανθρώπου. Αν υπήρχε άνθρωπος. Ψυχή δεν φαινόταν σε ακτίνα πολλών μιλίων, κι αυτό, το ούτως ή άλλως ψυχρό τοπίο, αυτόν τον έρημο, σιωπηλό χώρο, τον έκανε παγερό. Έρημος χώρος. Άσπρος, εκτυφλωτικός, δεν ξεχώριζε που αρχίζει και που τελειώνει. Πουθενά ένα δέντρο, πουθενά ένα εμπόδιο για να σφυρίξει ο άνεμος, κάτι ν’ ακουστεί. Ο αέρας γλιστρούσε αθόρυβα, ο αέρας που είχε πάρει όλη τη σκόνη, δεν έβρισκε να σηκώσει τίποτα πια.

Το μάτι του Πουλιού σιγουρεύτηκε. Κανείς, ποτέ, τίποτα. Και μετακινήθηκε αργά, κάνοντας μεγάλους κύκλους, στην Περιοχή. Εδώ, στην Περιοχή, όπως συνήθιζαν να λένε κάποτε οι ζωντανοί το μέρος ετούτο, υψωνόταν ο Πύργος. Ερείπιο τώρα, δεν έδειχνε αν κάποτε κράτησε ζωή στους τοίχους του. Αυτός κι ο ίσκιος του. Ένας ίσκιος που κόνταινε και μάκραινε στο γύρισμα του ήλιου. Λες και η μόνη κίνηση, ανεπαίσθητη, ήταν αυτή. Απ’ τη μεριά της πύλης γυάλιζαν οι μεγάλες πλάκες του λιθόστρωτου, αρχαίος δρόμος που χανόταν στον ορίζοντα. Και στις άκρες του πεσμένες, σκόρπιες πέτρινες άσπρες κολώνες. Κομμάτια που κείτονταν σα να προσκυνούσαν τον Πύργο. Κομμάτια που δεν άντεξαν το χρόνο.

Μα, να που σ’ αυτόν τον έρημο και νεκρό τόπο, μια κίνηση που σαν ζωή διαγράφηκε. Απ’ το ψηλότερο παραθύρι του Πύργου ένα χέρι, ένα γαντοφορεμένο χέρι, βγαίνει και στέκει. Ακίνητο. Το Πουλί το βλέπει και κύκλους πάντα κάνοντας, πλησιάζει. Παρακολουθεί με το εξασκημένο του μάτι κάθε παραμικρή, αδιόρατη, κίνηση. Βλέπει το νεύμα κι εφορμά στο πλακόστρωτο.

Μέχρις εδώ και εκτός από μια διαφορά, αυτήν του αυξομειούμενου ίσκιου λόγω του ορατού ήλιου, η αφήγηση αυτή είναι όμοια με την πρώτη. Σε σημείο μάλιστα που, παρόλο ότι τα τετράδια βρέθηκαν σε τόπους και χρόνους άσχετους μεταξύ τους και ο γραφικός χαρακτήρας είναι σαφώς διαφορετικός, δημιουργούν τη βεβαιότητα ότι αναφέρονται στον ίδιο τόπο, περιγράφουν το ίδιο τοπίο, διηγούνται την ίδια ιστορία. Τα επόμενα τέσσερα φύλλα είναι σκισμένα, αλλά αμέσως μετά, το δεύτερο χειρόγραφο συνεχίζει:

Ένας καημένος πίθηκος, μια μόνη κι έρημη μαϊμού λοξοδρόμησε και βρέθηκε πάνω στην αρχαία στράτα. Τα πηδηχτά της βήματα ακολούθησαν εκείνα τα παμπάλαια, εξαφανισμένα για πάντα βήματα. Το Πουλί είναι γρήγορο. Γρήγορο κι επιδέξιο. Καλοζυγιάζει τη φόρα του και βουτά στη μαϊμού. Με μία κίνηση, της ξεριζώνει τα μάτια και την αφήνει έκπληκτη, κεραυνοβολημένη, τρομοκρατημένη κι εν τέλει πεθαμένη, νεκρή.

Χωρίς κύκλους τώρα, το Πουλί κατευθύνεται στο χέρι που στέκει ακίνητο έξω απ’ το παράθυρο. Ακουμπά τα μάτια στο τεντωμένο χέρι και χάνεται στο εσωτερικό του Πύργου. Το χέρι μαζεύεται, πλησιάζει το αόμματο πρόσωπο και γεμίζει μ’ αυτά τις άδειες του κόγχες. Το Παιδί γελά, κινείται, στριφογυρνάει, χορεύει και κοιτάει γύρω του.

«Παίζω να βλέπω, χω χω χω, παίζω να βλέπω!»

Μετά, μένει ακίνητο, στραμμένο στο Πουλί και λέει με την ίδια στριγκιά φωνή: «Αύριο θέλω την καρδιά ενός μωρού. Θα παίξω να ζω.»


Δυστυχώς η συνέχεια έχει καεί. Μερικές σελίδες πιο κάτω διακρίνονται δυο τρεις σκόρπιες λέξεις: «ψυχή του …» και «Παίζω να …».

16 σχόλια:

vrakas kostas είπε...

Ρουα ματ!
Εχασες απο χερι!
Γιατι ξεκινησα με την επιθεση του μπεκρη!
Μου αρεσει φανταστικα το σκακι..στο μπουκαλι!
Προσεχε τον πυργο σου!
Καλημερα Κωστη!
Ωραιο ποστ οπως παντα!Και οπως παντα,δεν..το καταλαβα!

ange-ta είπε...

δεν θα μπορούσε να φανταστει κανείς μεγαλίτερη μοναξια απο το είναι σε ένα γρίζο πυργο σε ένα ασπρο τοπίο.
Λες να τα καταφέρει ο ανθρωπος να τα πνίξει όλα; Χρώματα κι αρώματα;
Μουσικές και φωνές;

Η εγκυκλοπαίδεια έχει 13 Moebius.
Ποιόν απο όλους ενοεείς;

skoinovatis είπε...

Oι δράκοι είχαν πετάξει ψηλά, και διέγραφαν κύκλους ψηλά στον αέρα σαν τους γύπες. Ούτε ένας τους δεν εφόρμησε ξανά στον πύργο.
Μερικές φορές φώναζαν ο ένας στον άλλον, με ψιλές και δυνατές φωνές μέσα στις ριπές του ανέμου, αλλά αν υπήρχαν λέξεις σ' αυτές τις κραυγές το τυφλό Παιδί δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει.
Το Παιδί, είπε:
Ήταν ένας δράκος.
Το ένα μαύρο φτερό ήταν λυγισμένο από κάτω του, και το άλλο απλωμένο πελώριο πάνω στην άμμο και μέσα στο νερό, έτσι που το πήγαιν'έλα των κυμάτων το κουνούσε λιγάκι πέρα-δώθε σε μια παρωδία πετάγματος. Το μακρύ φιδίσιο κορμί κειτόταν σ'όλο του το μήκος πάνω στα βράχια και στην άμμο. Το ένα μπροστινό πόδι έλειπε, η αρματωσιά και η σάρκα είχαν ξεσκιστεί από την μεγάλη καμάρα των πλευρών, και η κοιλιά ήταν ανοιγμένη, τόσο που η άμμος για πολλά μέτρα γύρω της ήταν μαυρισμένη απ' το δηλητηριώδες δρακίσιο αίμα. Όμως το πλάσμα ζούσε ακόμα. Τόσο μεγάλο είναι το απόθεμα ζωής των δράκων που μόνο ένα ίσο απόθεμα μαγείας μπορεί να τους σκοτώσει γρήγορα.
Το χρυσοπράσινο μάτι ήταν ανοιχτό, και το λιπόσαρκο, πελώριο κεφάλι κινήθηκε λιγάκι, και μ'ένα σφυριχτό κροτάλισμα, ατμός ανάμικτος με στάλες αίματος ανάβλυσε απ'τα ρουθούνια του.
"Συνηθίζουν να...να τρώνε ο ένας τον άλλον;" ρώτησα
"Όχι. Όχι περισσότερο από εμάς. Έχουν τρελαθεί. Τους πήραν τη μιλιά", είπε το παιδί.
Μετά κάναμε Σιωπή...

cropper είπε...

ΚΩΣΤΑ,
-ούτε εγώ το κατάλαβα, αλλά μόλις βρω τα υπόλοιπα χαμένα χειρόγραφα, θα βγει, πιστεύω, νόημα.
Είναι η πιό έντονη ανάμνηση που έχω από τον Moebius. Δυστυχώς, έχω χάσει το τεύχος της "Βαβέλ" όπου είχε δημοσιευθεί. Ήθελα να το σκανάρω και να το αναρτήσω, αλλά δεν το βρήκα ακόμη.
Έτσι, σαν το Παιδί που έπαιζε να βλέπει, χωρίς να βλέπει, έπαιξα με την ανάμνηση του Moebius, χωρίς Moebius.

ΥΓ. Αν σου διαφεύγει τι εστι Moebius, δες την απάντηση στο σχόλιο της Ange-ta.

cropper είπε...

ANGE-TA,
-γι' αυτή την ήδη αφιχθείσα μοναξιά μιλούν "τα χειρόγραφα". Ναι, θα τα καταφέρει ο άνθρωπος. Όλα θα τα σβήσει. Μέχρι και την τελευταία ψευδαίσθηση.

Αναφέρομαι στον Jean Giraud (aka Gir, aka Moebius). Υπάρχει πληθώρα πληροφοριών και στο δίκτυο.

Ανδρόγυς είπε...

καλά, αυτο το μαλακισμενο το πουλί δεν μπορουσε να βγαλει μονο το ενα ματι απο τη μαημου, να εχει κι αυτη το φως της, να δει και το τσογλανακι τα χαλια του στον καθρεφτη? α πα πα πα..........

Surrealist είπε...

Πολύ ενδιαφέρον,
(δυστυχώς δε διάβαζα πολύ Βαβέλ!)

Ελπίζω όλα καλά! Όλα καλά?
Όχι!
Αστειεύομαι...

Όλα καλά!

Καληνύχτα!

cropper είπε...

ΣΚΟΙΝΟΒΑΤΗ,
Αν υποψιαστώ ότι σου αρέσουν και τα "RPG", την κάναμε!!

Ευχαριστώ για το χορταστικό σχόλιο-ιστορία.

cropper είπε...

ΚΟΥΜΠΑΡΕ,
Πολύ συμβιβαστικό σε βρίσκω σήμερα.

cropper είπε...

SURREALIST,

Όλα καλά;
Θ' αστειεύεσαι!

Καληνύχτα, μια νύχτα μετά.

Surrealist είπε...

Ο χρόνος είναι σχετικός...
Αστειεύομαι!

Καληνύχτα, την ίδια νύχτα.

skoinovatis είπε...

Cropper my friend!
Όλα μ' αρέσουν!
Απλά, φαντάσου την ιστορία που έστειλα με σκίτσα του Moebius
Να 'χεις ένα καλό βράδυ!

Stardustia είπε...

Ελπίζω σύντομα να βρεις κι άλλα χειρόγραφα...

υπέροχο σκηνικό έστησες και πάλι cropper, όσο για τον σχοινοβάτη, πολλή μου άρεσε η παρέμβαση-σχόλιό του... λες να βρήκε κι έκείνος κανένα;;;;

cropper είπε...

ΣΚΟΙΝΟΒΑΤΗ,

Η ιστορία σου δεν χρειάζεται εικονογράφηση, αλλά αν δεχόταν ο Moebius, ας του έκανες τη χάρη
:)))

cropper είπε...

STARDUSTIA,

Υπάρχουν χειρόγραφα πολλά στα ράφια του νου. Όσο για το σκηνικό, είναι του Moebius, έστω από μνήμης.

Ξέρεις τί φχαριστιέμαι περισσότερο;
Ότι όλοι όσοι έρχεστε και γράφετε εδώ μέσα είστε καλλίτεροί μου.

Stardustia είπε...

μπα... cropper... προσωπικά πιστεύω ότι έχω πολλλά ψωμιά να φάω ακόμη...
αλήθεια

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb