
Τί τρέλα κι η χθεσινή; Άδειασε το μαγαζί από ποτά. Αν είναι δυνατόν, άδειασε όλη η κάβα. Στο τέλος, όλ’ οι μεθυσμένοι χορέψανε πιασμένοι έναν χορό, χωρίς τραγούδι, χωρίς μουσική. Μ’ ό,τι ρυθμό είχε στο μυαλό του ο καθένας. Ένα μυαλό, πρέπει να πω, καθόλου καθαρό, μια σκέψη ασύνδετη και, πάντως, όχι νηφάλια. Μόνο γέλια ακούγονταν και δάκρυα που δεν τά ’βλεπες να χύνονται απ’ τα μάτια, τ’ άκουγες όμως, μέσα σε άναρθρες κραυγές και στις κινήσεις των σωμάτων. Κι όταν όλοι σταμάτησαν, ξαφνικά, με τα χεριά ψηλά σαν παραδομένοι, σαν σε επίκληση βοήθειας, σαν κάποιος να φώναξε: τρελαθήκαμε και τρελαμένοι από χαρά χορεύουμε και γελάμε, γιατί φοβόμαστε το αύριο, μόνο το αύριο, αυτό οδηγεί σε θάνατο. Ναι, ήταν η μόνη φωνή, τα μοναδικά λόγια που ακούστηκαν καθαρά. Δεν είδα ποιος μιλούσε, αλλά το μαγαζί άρχισε ν’ αδειάζει γρήγορα. Σκυφτές φιγούρες, σκιές που τρεμόπαιζαν στο φως των κεριών και μετά ησυχία. Απόλυτη σιωπή. Απόμεινα μόνος, να μαζεύω τ’ άδεια μπουκάλια, τ’ άδεια πακέτα από τσιγάρα, τα γεμάτα τασάκια, στάχτες παντού, στα τραπέζια και στο πάτωμα.
Είναι μερικές βραδιές παράξενες, δεν είναι σαν τις άλλες, που κυλούν ήσυχα με χαμηλές κουβέντες, ένα ‘εβίβα’ και το τσούγκρισμα των ποτηριών, κάπου-κάπου, ένα γελάκι κι όλα καλά, να περάσει η νύχτα- περνάει η νύχτα, μα μερικές παράξενες βραδιές το σκοτάδι μένει. Σαν τις προάλλες μ’ εκείνον τον μυστήριο τύπο, που θα μπορούσε να ’ταν ο ίδιος ο Μαλντορόρ. Που μας κατατρόμαξε και τρομαγμένοι απομείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτές τις παράξενες βραδιές, τα παράξενα σκοτάδια που κόβουν το γέλιο, τ’ αφήνουν μετέωρο, που βλέπεις το γέλιο μέσα στο σκοτάδι πώς αλλάζει, πώς γίνεται οδύνη, γι’ αυτές τις βραδιές θα σας μιλώ.
Σήμερα πήγα στο μπαρ νωρίς. Να καθαρίσω απ’ τα χτεσινά και να παραλάβω τα καινούργια ποτά. Έβαλα μουσική, κάποια μπλουζ να παίζουν, σκούπισα τον πάγκο μου κι εκεί στην άκρη είδα ένα δαχτυλίδι, που κάποιος είχε ξεχάσει πάνω σ’ ένα σουβέρ. Χρυσό μ’ ένα ‘Μ’ σκαλισμένο. Φαινόταν ακριβό, ποιος να το άφησε αναρωτιόμουν όταν το βόλευα στο τσεπάκι απ’ το γιλέκο μου και την ίδια στιγμή χτύπησε το καμπανάκι της πόρτας που άνοιγε. Νόμιζα ότι ήρθαν τα ποτά, όταν είδα να πλησιάζει στον πάγκο ένας άγνωστος σε μένα άντρας και πριν προλάβω να του
πω ότι είναι νωρίς, ακόμη δεν ανοίξαμε, «σας πειράζει να περιμένω; Δεν θέλω ποτό, να περιμένω τον φίλο μου θέλω, σας πειράζει;» με ρώτησε κι εγώ δεν ήθελα να τον διώξω και δεν απάντησα, μόνο σήκωσα τους ώμους. Σε λίγο ήρθε και η παραγγελία με τα ποτά και τις μπύρες, πολλές αυτές γιατί είδα ότι είχαν ζήτηση, μερικές παγωμένες, έτοιμες για κατανάλωση, όπως είχα ζητήσει, γιατί δεν θα προλάβαινα να τις παγώσω. «Ν’ ανοίξω μια κρύα μπύρα;» ρώτησα τον άγνωστο άντρα. «Όχι, δεν θέλω ποτό, αν δεν σας πειράζει, δεν έχω καθόλου χρήματα μαζί μου, αργότερα που θα ‘ρθει ο φίλος μου, αυτός έχει πολλά», είπε κι εγώ γέλασα, τι αστείος σκέφτηκα, άνοιξα μια πικρή εγγλέζικη Suffolk και γέμισα δυο ποτήρια. «Δεν πειράζει, ούτε κι εγώ έχω χρήματα καθόλου, τα έδωσα όλα για τα ποτά». Γελάσαμε.
Λίγοι πελάτες γέμισαν σιγά-σιγά τα τραπέζια, ζευγαράκια που κρατούσαν βιβλία και λουλούδια, μετά την κυριακάτικη βόλτα, γεμάτα όνειρα για τη ζωή, νέοι φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, γνωστοί και άγνωστοι.
«Με τι ασχολείστε;» ρώτησα τον άγνωστο που ακόμα δεν είχε γίνει γνωστός μου, ούτε πως λέγεται ήξερα. «Γράφω, γράφω για τους άλλους και διαβάζω για μένα. Στην πραγματικότητα, ξαναγράφω αυτά που διαβάζω. Κυρίως τις τραγωδίες του Αισχύλου και τον Όμηρο, αλλά και Σοφοκλή και Ευριπίδη και άλλους και τα ξαναγράφω στη γλώσσα μου. Βλέπετε δεν είμαι Έλληνας, γράφω στα γερμανικά, δηλαδή παίρνω τον κύριο άξονα, το θεμέλιο του μύθου, που είναι έντονο και υπαρκτό σ’ όλα τα μεγάλα έργα και γράφω. Ποιήματα τα πιο πολλά». «Δηλαδή, αν κατάλαβα, αντιγράφετε τους μεγάλους, μεταγράφετε τα έργα τους, εμπνέεστε μόνο απ’ αυτά και όχι απ’ την πραγματικότητα. Αυτό κάνετε;» «Έχετε δίκιο. Ακριβώς αντιγράφω τα έργα των κλασικών, αλλάζω λίγους συνδυασμούς λέξεων, καμιά φορά αντιστρέφω προτάσεις, ίσα-ίσα για να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος του κειμένου. Κοιτάξτε, δεν κλέβω. Το παραδέχομαι, απ’ την αρχή δηλώνω ότι το κείμενο που σκάρωσα το διάβασα στον τάδε και στον δείνα. Αλλά λίγοι ασχολούνται με τις εισαγωγές και τον πρόλογο. Κι ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται. Κι έτσι περνιέμαι για καλός και τίμιος συγγραφέας.» «Μα, η σημερινή πραγματικότητα, η ζωή η ίδια, δεν σας ενδιαφέρει, δεν σας εμπνέει;»
«Όσο περισσότερο σκέφτομαι τον δικό μου τρόπο εργασίας και τον τρόπο χειρισμού της τραγωδίας στους Έλληνες, βρίσκω πως το Cardo rei, το καίριο σημείο, στην τέχνη είναι να εφεύρει κανείς έναν ποιητικό μύθο. Ο σημερινός ποιητής βασανίζεται, όλο μόχθο και αγωνία, με συμπτώσεις και δευτερεύοντα πράγματα και, επιδιώκοντας να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα, φορτώνεται με κούφια και ασήμαντα πράγματα διατρέχοντας έτσι τον κίνδυνο να απωλέσει την βαθιά κείμενη αλήθεια, εκεί που βρίσκεται πράγματι όλη η ποίηση. Θέλει να μιμηθεί πλήρως ένα πραγματικό συμβάν και δεν σκέφτεται ότι μία ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, ακριβώς γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.»1
«Ωραία. Κι αν αγνοήσουμε τις ασήμαντες λεπτομέρειες, αν απαλλάξουμε ένα κείμενο από δευτερεύουσες αναφορές, τότε η ζωή δεν μπορεί να σταθεί μούσα στον ποιητή, να γίνει η πηγή της έμπνευσης του συγγραφέα;» «Όχι, όχι πια. Μετά από χιλιάδες χρόνια γραφής, διαπιστώνεις ότι κάθε τι που θα μπορούσε να γίνει ο κύριος άξονας, η καρδιά του μύθου, αυτό που οι Λατίνοι έλεγαν το Cardo rei, έχει ήδη γραφεί με όλους τους σημαντικούς τρόπους, εκ των οποίων οι παλιότερες γραφές είναι οι σπουδαιότεροι. Σε κάθε καινούργια μεταγραφή του μύθου υπάρχει μια έκπτωση, ένα ψεύτικο, περιττό φτιασίδωμα …»
«…που είναι απαραίτητο για τον ποιητή, αφού ποιητής θέλει να είναι και για τον
αναγνώστη, όσο κρίνουμε θεμιτό να γνωρίσει το έργο και μέσω αυτού να μετέχει του μύθου.»
Αθόρυβα είχε πλησιάσει ο φίλος που περίμενε ο άγνωστος άντρας και χαμογελώντας μας, αντί για καλησπέρα, προτίμησε να συμπληρώσει την σκέψη του ομιλούντος. Τον είχα δει και χθες, καθόταν μόνος στην άκρη του πάγκου και ήπιε μόνο δύο λικέρ. «Συγχωρήστε τον. Όταν μένει χωρίς λεφτά, συνηθίζει να υποτιμά τον εαυτό του. Και γι’ αυτό υποτιμά και την σημερινή τέχνη, κομμάτι της οποίας είναι το έργο του.» «Ποιοι είστε;» ρώτησα. Ο φίλος συνέχισε με ειρωνικό ύφος και δίχως να μου δίνει σημασία: «Η ποίηση βασίζεται, βέβαια, πράγματι πάνω στην αναπαράσταση της εμπειρικής παθολογικής κατάστασης του ανθρώπου, ωστόσο ποιος από τους θαυμάσιους ειδήμονές μας και επονομαζόμενους ποιητές παραδέχεται κάτι τέτοιο τώρα;»2
Απευθύνθηκα στον άγνωστο άντρα: «Είπατε ότι ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.» Τελικά, αποφάσισα να το γυρίσω στον ενικό και τον ρώτησα: «Εξήγησέ μου, τότε, γιατί ένα τέλειο έργο τέχνης μου φαίνεται πως είναι έργο της φύσης;» «Επειδή εναρμονίζεται με την καλύτερη φύση σου. Επειδή βρίσκεται πάνω από το φυσικό, μα όχι και έξω απ’ αυτό. Ένα τέλειο έργο τέχνης είναι έργο της ανθρώπινης ψυχής, και, με την έννοια αυτή, είναι και έργο της φύσης»3, πετάχτηκε πάλι ο φίλος του. «Ένα σπουργίτι μπορεί να ξεγελαστεί και να προσπαθήσει να τσιμπήσει τα ζωγραφισμένα κεράσια του Ζεύξιδος,4 αλλά ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ή πρέπει να αντιλαμβάνεται το έργο τέχνης με τον νου του, με την σκέψη του θα υψώσει την τέχνη και θα υψωθεί κι αυτός μαζί της.»
Σκέψεις. Σκέψεις ασύνδετες και, πάντως, όχι νηφάλιες. Λόγια του οινοπνεύματος ή λόγια του πνεύματος;. Θυμήθηκα κάτι παλιούς στίχους:
Ω χαράς τονε εκείνον που το ελπίζει
Απ’ της πλάνης τη θάλασσα να βγεί!
Κανείς χρειάζεται ό,τι δεν γνωρίζει
Κι ό,τι γνωρίζει δεν τον ωφελεί.5
«Αυτό που είπα, και επιμένω,» ακούστηκε ο άγνωστος άντρας, «είναι η διαπίστωση ότι τα πάντα είναι ήδη ειπωμένα. Όταν διαβάζω ένα σύγχρονο έργο, έχω την αίσθηση ενός ήδη βιωμένου κειμένου. Μου θυμίζει κάτι παλιότερο. Κι όχι μόνο μου το θυμίζει, αλλά κινείται παράλληλα. Αυτό και μόνο, στα μάτια μου, το υποβιβάζει. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν σπουδαίοι ποιητές σήμερα. Αλλά εδώ, έχουμε να κάνουμε με σπουδαίες πένες, που υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Άριστοι τεχνίτες που ψάχνουν μέσα από κείμενα, μέσα απ’ την τέχνη να συνταιριάξουν ό,τι γνωρίζουμε και να βρουν τα κομμάτια που μας λείπουν. Και πάλι ανακατώνουμε τις λέξεις, τα χρώματα, τα σχήματα, τις μορφές, τα ίδια ακριβώς υλικά, με ιώβεια υπομονή στο σισύφειο μαρτύριο της σκέψης. Να, γι’ αυτό το μαρτύριο της σκέψης μιλάω.»
Τότε, ο φίλος γύρισε την πλάτη προς τον πάγκο και με δυνατή φωνή, προς την γεμάτη κόσμο αίθουσα, άρχισε ν’ απαγγέλλει:
«Α! δεν είναι μεγάλη, η τρομερή συμφορά του κόσμου, δεν είναι οι πλημμύρες που ξεθεμελιώνουν τα χωριά σας, οι σεισμοί που ρουφάνε τις πολιτείες σας, όχι, δεν είναι αυτά που με συγκινούν. Εμένα μου σαρακοτρώει την καρδιά η φριχτή δύναμη της καταστροφής που κρύβει μέσα του το κάθε τι μέσα στη φύση, αυτή που δεν έπλασε κανένα πλάσμα, τίποτα που να μην καταστρέφει τον πλησίον του και τον εαυτό του. Κι έτσι πλανιέμαι τρομαγμένος, με τη γη, με τον ουρανό και με τις κινούμενες δυνάμεις τους ολόγυρά μου. Δε βλέπω άλλο τίποτα έξω από ένα τέρας που αδιάκοπα, αιώνια ρουφάει, καταβροχθίζει, κι αδιάκοπα κι αιώνια αναχαράζει.»6
Έβαλα το χέρι στο τσεπάκι κι έβγαλα το χρυσό δαχτυλίδι. Του τό ’δωσα. Δεν ήταν ‘Μ’ το χαραγμένο γράμμα. Ήταν το ‘W”, από το Werther. Ήταν ο Βέρθερος.
Την ώρα που έφευγαν, ο άγνωστος άντρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σίλλερ και ο φίλος του που θα μπορούσε να ήταν ο Γκαίτε, πολύ τους έμοιαζαν, ακούστηκε ο Γούφας απ’ το μπροστινό τραπέζι: «Πφφ, αηδίες. Τέχνη είναι μόνο όταν γράφεις την αυτοβιογραφία σου, για να καταλάβεις όχι γιατί, αλλά τί έζησες. Στο περίπου πάντα.»
2. Επιστολή Γκαίτε προς Σίλλερ (25.11.1797)
[ΣΙΛΛΕΡ-ΓΚΑΙΤΕ Αλληλογραφία, εκδ. Κριτική]
3. GOETHE: Για την αλήθεια και την πιθανότητα στα έργα τέχνης
[GOETHE Περί τέχνης, εκδ. Printa]
4. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία (XXXV, 54)
5. Γκαίτε, Φάουστ [εκδ. Θεωρία, μτφρ. Κ. Χατζόπουλος(;)]












