... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bar-άγκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bar-άγκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Bar-άγκα: Cardo rei

B a r - ά γ κ α


Τί τρέλα κι η χθεσινή; Άδειασε το μαγαζί από ποτά. Αν είναι δυνατόν, άδειασε όλη η κάβα. Στο τέλος, όλ’ οι μεθυσμένοι χορέψανε πιασμένοι έναν χορό, χωρίς τραγούδι, χωρίς μουσική. Μ’ ό,τι ρυθμό είχε στο μυαλό του ο καθένας. Ένα μυαλό, πρέπει να πω, καθόλου καθαρό, μια σκέψη ασύνδετη και, πάντως, όχι νηφάλια. Μόνο γέλια ακούγονταν και δάκρυα που δεν τά ’βλεπες να χύνονται απ’ τα μάτια, τ’ άκουγες όμως, μέσα σε άναρθρες κραυγές και στις κινήσεις των σωμάτων. Κι όταν όλοι σταμάτησαν, ξαφνικά, με τα χεριά ψηλά σαν παραδομένοι, σαν σε επίκληση βοήθειας, σαν κάποιος να φώναξε: τρελαθήκαμε και τρελαμένοι από χαρά χορεύουμε και γελάμε, γιατί φοβόμαστε το αύριο, μόνο το αύριο, αυτό οδηγεί σε θάνατο. Ναι, ήταν η μόνη φωνή, τα μοναδικά λόγια που ακούστηκαν καθαρά. Δεν είδα ποιος μιλούσε, αλλά το μαγαζί άρχισε ν’ αδειάζει γρήγορα. Σκυφτές φιγούρες, σκιές που τρεμόπαιζαν στο φως των κεριών και μετά ησυχία. Απόλυτη σιωπή. Απόμεινα μόνος, να μαζεύω τ’ άδεια μπουκάλια, τ’ άδεια πακέτα από τσιγάρα, τα γεμάτα τασάκια, στάχτες παντού, στα τραπέζια και στο πάτωμα.

Είναι μερικές βραδιές παράξενες, δεν είναι σαν τις άλλες, που κυλούν ήσυχα με χαμηλές κουβέντες, ένα ‘εβίβα’ και το τσούγκρισμα των ποτηριών, κάπου-κάπου, ένα γελάκι κι όλα καλά, να περάσει η νύχτα- περνάει η νύχτα, μα μερικές παράξενες βραδιές το σκοτάδι μένει. Σαν τις προάλλες μ’ εκείνον τον μυστήριο τύπο, που θα μπορούσε να ’ταν ο ίδιος ο Μαλντορόρ. Που μας κατατρόμαξε και τρομαγμένοι απομείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτές τις παράξενες βραδιές, τα παράξενα σκοτάδια που κόβουν το γέλιο, τ’ αφήνουν μετέωρο, που βλέπεις το γέλιο μέσα στο σκοτάδι πώς αλλάζει, πώς γίνεται οδύνη, γι’ αυτές τις βραδιές θα σας μιλώ.

Σήμερα πήγα στο μπαρ νωρίς. Να καθαρίσω απ’ τα χτεσινά και να παραλάβω τα καινούργια ποτά. Έβαλα μουσική, κάποια μπλουζ να παίζουν, σκούπισα τον πάγκο μου κι εκεί στην άκρη είδα ένα δαχτυλίδι, που κάποιος είχε ξεχάσει πάνω σ’ ένα σουβέρ. Χρυσό μ’ ένα ‘Μ’ σκαλισμένο. Φαινόταν ακριβό, ποιος να το άφησε αναρωτιόμουν όταν το βόλευα στο τσεπάκι απ’ το γιλέκο μου και την ίδια στιγμή χτύπησε το καμπανάκι της πόρτας που άνοιγε. Νόμιζα ότι ήρθαν τα ποτά, όταν είδα να πλησιάζει στον πάγκο ένας άγνωστος σε μένα άντρας και πριν προλάβω να του πω ότι είναι νωρίς, ακόμη δεν ανοίξαμε, «σας πειράζει να περιμένω; Δεν θέλω ποτό, να περιμένω τον φίλο μου θέλω, σας πειράζει;» με ρώτησε κι εγώ δεν ήθελα να τον διώξω και δεν απάντησα, μόνο σήκωσα τους ώμους. Σε λίγο ήρθε και η παραγγελία με τα ποτά και τις μπύρες, πολλές αυτές γιατί είδα ότι είχαν ζήτηση, μερικές παγωμένες, έτοιμες για κατανάλωση, όπως είχα ζητήσει, γιατί δεν θα προλάβαινα να τις παγώσω. «Ν’ ανοίξω μια κρύα μπύρα;» ρώτησα τον άγνωστο άντρα. «Όχι, δεν θέλω ποτό, αν δεν σας πειράζει, δεν έχω καθόλου χρήματα μαζί μου, αργότερα που θα ‘ρθει ο φίλος μου, αυτός έχει πολλά», είπε κι εγώ γέλασα, τι αστείος σκέφτηκα, άνοιξα μια πικρή εγγλέζικη Suffolk και γέμισα δυο ποτήρια. «Δεν πειράζει, ούτε κι εγώ έχω χρήματα καθόλου, τα έδωσα όλα για τα ποτά». Γελάσαμε.

Λίγοι πελάτες γέμισαν σιγά-σιγά τα τραπέζια, ζευγαράκια που κρατούσαν βιβλία και λουλούδια, μετά την κυριακάτικη βόλτα, γεμάτα όνειρα για τη ζωή, νέοι φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, γνωστοί και άγνωστοι.

«Με τι ασχολείστε;» ρώτησα τον άγνωστο που ακόμα δεν είχε γίνει γνωστός μου, ούτε πως λέγεται ήξερα. «Γράφω, γράφω για τους άλλους και διαβάζω για μένα. Στην πραγματικότητα, ξαναγράφω αυτά που διαβάζω. Κυρίως τις τραγωδίες του Αισχύλου και τον Όμηρο, αλλά και Σοφοκλή και Ευριπίδη και άλλους και τα ξαναγράφω στη γλώσσα μου. Βλέπετε δεν είμαι Έλληνας, γράφω στα γερμανικά, δηλαδή παίρνω τον κύριο άξονα, το θεμέλιο του μύθου, που είναι έντονο και υπαρκτό σ’ όλα τα μεγάλα έργα και γράφω. Ποιήματα τα πιο πολλά». «Δηλαδή, αν κατάλαβα, αντιγράφετε τους μεγάλους, μεταγράφετε τα έργα τους, εμπνέεστε μόνο απ’ αυτά και όχι απ’ την πραγματικότητα. Αυτό κάνετε;» «Έχετε δίκιο. Ακριβώς αντιγράφω τα έργα των κλασικών, αλλάζω λίγους συνδυασμούς λέξεων, καμιά φορά αντιστρέφω προτάσεις, ίσα-ίσα για να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος του κειμένου. Κοιτάξτε, δεν κλέβω. Το παραδέχομαι, απ’ την αρχή δηλώνω ότι το κείμενο που σκάρωσα το διάβασα στον τάδε και στον δείνα. Αλλά λίγοι ασχολούνται με τις εισαγωγές και τον πρόλογο. Κι ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται. Κι έτσι περνιέμαι για καλός και τίμιος συγγραφέας.» «Μα, η σημερινή πραγματικότητα, η ζωή η ίδια, δεν σας ενδιαφέρει, δεν σας εμπνέει;»

«Όσο περισσότερο σκέφτομαι τον δικό μου τρόπο εργασίας και τον τρόπο χειρισμού της τραγωδίας στους Έλληνες, βρίσκω πως το Cardo rei, το καίριο σημείο, στην τέχνη είναι να εφεύρει κανείς έναν ποιητικό μύθο. Ο σημερινός ποιητής βασανίζεται, όλο μόχθο και αγωνία, με συμπτώσεις και δευτερεύοντα πράγματα και, επιδιώκοντας να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα, φορτώνεται με κούφια και ασήμαντα πράγματα διατρέχοντας έτσι τον κίνδυνο να απωλέσει την βαθιά κείμενη αλήθεια, εκεί που βρίσκεται πράγματι όλη η ποίηση. Θέλει να μιμηθεί πλήρως ένα πραγματικό συμβάν και δεν σκέφτεται ότι μία ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, ακριβώς γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.»1

«Ωραία. Κι αν αγνοήσουμε τις ασήμαντες λεπτομέρειες, αν απαλλάξουμε ένα κείμενο από δευτερεύουσες αναφορές, τότε η ζωή δεν μπορεί να σταθεί μούσα στον ποιητή, να γίνει η πηγή της έμπνευσης του συγγραφέα;» «Όχι, όχι πια. Μετά από χιλιάδες χρόνια γραφής, διαπιστώνεις ότι κάθε τι που θα μπορούσε να γίνει ο κύριος άξονας, η καρδιά του μύθου, αυτό που οι Λατίνοι έλεγαν το Cardo rei, έχει ήδη γραφεί με όλους τους σημαντικούς τρόπους, εκ των οποίων οι παλιότερες γραφές είναι οι σπουδαιότεροι. Σε κάθε καινούργια μεταγραφή του μύθου υπάρχει μια έκπτωση, ένα ψεύτικο, περιττό φτιασίδωμα …»

«…που είναι απαραίτητο για τον ποιητή, αφού ποιητής θέλει να είναι και για τον αναγνώστη, όσο κρίνουμε θεμιτό να γνωρίσει το έργο και μέσω αυτού να μετέχει του μύθου.»

Αθόρυβα είχε πλησιάσει ο φίλος που περίμενε ο άγνωστος άντρας και χαμογελώντας μας, αντί για καλησπέρα, προτίμησε να συμπληρώσει την σκέψη του ομιλούντος. Τον είχα δει και χθες, καθόταν μόνος στην άκρη του πάγκου και ήπιε μόνο δύο λικέρ. «Συγχωρήστε τον. Όταν μένει χωρίς λεφτά, συνηθίζει να υποτιμά τον εαυτό του. Και γι’ αυτό υποτιμά και την σημερινή τέχνη, κομμάτι της οποίας είναι το έργο του.» «Ποιοι είστε;» ρώτησα. Ο φίλος συνέχισε με ειρωνικό ύφος και δίχως να μου δίνει σημασία: «Η ποίηση βασίζεται, βέβαια, πράγματι πάνω στην αναπαράσταση της εμπειρικής παθολογικής κατάστασης του ανθρώπου, ωστόσο ποιος από τους θαυμάσιους ειδήμονές μας και επονομαζόμενους ποιητές παραδέχεται κάτι τέτοιο τώρα;»2

Απευθύνθηκα στον άγνωστο άντρα: «Είπατε ότι ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.» Τελικά, αποφάσισα να το γυρίσω στον ενικό και τον ρώτησα: «Εξήγησέ μου, τότε, γιατί ένα τέλειο έργο τέχνης μου φαίνεται πως είναι έργο της φύσης;» «Επειδή εναρμονίζεται με την καλύτερη φύση σου. Επειδή βρίσκεται πάνω από το φυσικό, μα όχι και έξω απ’ αυτό. Ένα τέλειο έργο τέχνης είναι έργο της ανθρώπινης ψυχής, και, με την έννοια αυτή, είναι και έργο της φύσης»3, πετάχτηκε πάλι ο φίλος του. «Ένα σπουργίτι μπορεί να ξεγελαστεί και να προσπαθήσει να τσιμπήσει τα ζωγραφισμένα κεράσια του Ζεύξιδος,4 αλλά ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ή πρέπει να αντιλαμβάνεται το έργο τέχνης με τον νου του, με την σκέψη του θα υψώσει την τέχνη και θα υψωθεί κι αυτός μαζί της.»

Σκέψεις. Σκέψεις ασύνδετες και, πάντως, όχι νηφάλιες. Λόγια του οινοπνεύματος ή λόγια του πνεύματος;. Θυμήθηκα κάτι παλιούς στίχους:

Ω χαράς τονε εκείνον που το ελπίζει

Απ’ της πλάνης τη θάλασσα να βγεί!

Κανείς χρειάζεται ό,τι δεν γνωρίζει

Κι ό,τι γνωρίζει δεν τον ωφελεί.5

«Αυτό που είπα, και επιμένω,» ακούστηκε ο άγνωστος άντρας, «είναι η διαπίστωση ότι τα πάντα είναι ήδη ειπωμένα. Όταν διαβάζω ένα σύγχρονο έργο, έχω την αίσθηση ενός ήδη βιωμένου κειμένου. Μου θυμίζει κάτι παλιότερο. Κι όχι μόνο μου το θυμίζει, αλλά κινείται παράλληλα. Αυτό και μόνο, στα μάτια μου, το υποβιβάζει. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν σπουδαίοι ποιητές σήμερα. Αλλά εδώ, έχουμε να κάνουμε με σπουδαίες πένες, που υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Άριστοι τεχνίτες που ψάχνουν μέσα από κείμενα, μέσα απ’ την τέχνη να συνταιριάξουν ό,τι γνωρίζουμε και να βρουν τα κομμάτια που μας λείπουν. Και πάλι ανακατώνουμε τις λέξεις, τα χρώματα, τα σχήματα, τις μορφές, τα ίδια ακριβώς υλικά, με ιώβεια υπομονή στο σισύφειο μαρτύριο της σκέψης. Να, γι’ αυτό το μαρτύριο της σκέψης μιλάω.»

Τότε, ο φίλος γύρισε την πλάτη προς τον πάγκο και με δυνατή φωνή, προς την γεμάτη κόσμο αίθουσα, άρχισε ν’ απαγγέλλει:

«Α! δεν είναι μεγάλη, η τρομερή συμφορά του κόσμου, δεν είναι οι πλημμύρες που ξεθεμελιώνουν τα χωριά σας, οι σεισμοί που ρουφάνε τις πολιτείες σας, όχι, δεν είναι αυτά που με συγκινούν. Εμένα μου σαρακοτρώει την καρδιά η φριχτή δύναμη της καταστροφής που κρύβει μέσα του το κάθε τι μέσα στη φύση, αυτή που δεν έπλασε κανένα πλάσμα, τίποτα που να μην καταστρέφει τον πλησίον του και τον εαυτό του. Κι έτσι πλανιέμαι τρομαγμένος, με τη γη, με τον ουρανό και με τις κινούμενες δυνάμεις τους ολόγυρά μου. Δε βλέπω άλλο τίποτα έξω από ένα τέρας που αδιάκοπα, αιώνια ρουφάει, καταβροχθίζει, κι αδιάκοπα κι αιώνια αναχαράζει.»6

Έβαλα το χέρι στο τσεπάκι κι έβγαλα το χρυσό δαχτυλίδι. Του τό ’δωσα. Δεν ήταν ‘Μ’ το χαραγμένο γράμμα. Ήταν το ‘W”, από το Werther. Ήταν ο Βέρθερος.

Την ώρα που έφευγαν, ο άγνωστος άντρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σίλλερ και ο φίλος του που θα μπορούσε να ήταν ο Γκαίτε, πολύ τους έμοιαζαν, ακούστηκε ο Γούφας απ’ το μπροστινό τραπέζι: «Πφφ, αηδίες. Τέχνη είναι μόνο όταν γράφεις την αυτοβιογραφία σου, για να καταλάβεις όχι γιατί, αλλά τί έζησες. Στο περίπου πάντα.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
1.Επιστολή Σίλλερ προς Γκαίτε (4.4.1797)
2. Επιστολή Γκαίτε προς Σίλλερ (25.11.1797)
[ΣΙΛΛΕΡ-ΓΚΑΙΤΕ Αλληλογραφία, εκδ. Κριτική]
3. GOETHE: Για την αλήθεια και την πιθανότητα στα έργα τέχνης
[GOETHE Περί τέχνης, εκδ. Printa]
4. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία (XXXV, 54)
5. Γκαίτε, Φάουστ [εκδ. Θεωρία, μτφρ. Κ. Χατζόπουλος(;)]
6.Γκαίτε, Βέρθερος [εκδ. Θεωρία, μτφρ. Μ. Παναγιωτόπουλος]

Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007

Bar-άγκα: Les Fleurs du Mal

B a r - ά γ κ α


Σήμερα, η νύχτα ήταν παράξενη. Άνοιξα την συνηθισμένη ώρα, ετοίμασα τον πάγκο, έβαλα μια σειρά αργεντίνικα ν’ ακούγεται κι άναψα τα κεριά. Αλήθεια, τ’ άναψα;

Έσκυψα να ελέγξω τον πάγο κι όταν σηκώθηκα, τα κεριά είχαν σβήσει.

«Δεν βαριέσαι» είπα. «Κάτσε νά ’ρθει κανένας και τ’ ανάβω πάλι».

Gino D'Auri - Pass...


Από τα ηχεία ακουγόταν ο Andrés Calamaro στο «Milonga del trovador», όταν άκουσα θόρυβο απ’ το πίσω τραπέζι, το μόνο που δεν μπορούσα να δω απ’ τον πάγκο. «Μα, τι στο διάολο, πότε ήρθε;».

Ένας τύπος με μαύρο φουλάρι τυλιγμένο έτσι που του έκρυβε το στόμα , ένας ξένος, καθόταν κι έπαιζε μ’ ένα σουγιά.

«Τι μπύρες έχεις;» ρώτησε απότομα.

«Έχω πολλές», είπα. «Ποια προτιμάς;»

«Φέρε μια Lucifer

Άναψα το κερί απ’ το τραπέζι και καθώς γυρνούσα, είδα στον πάγκο δυο άντρες, κεφάτους, να συζητούν. Καλησπέρισα, μου παράγγειλαν τα ποτά και συνέχισαν την κουβέντα. Μιλούσαν για ποίηση.

- Γκυ, άκουσέ με. Σπάνια η ποίηση έγινε ποίημα. Τα περισσότερα έργα τέχνης προδίδουν την ποίηση, αφού ποίηση και εξουσία είναι έννοιες ασυμφιλίωτες.

- Συμφωνώ, φίλε μου, αλλά θα πρόσθετα ότι στην εποχή της διάλυσής της, η τέχνη, σαν αρνητική κίνηση που επιδιώκει το ξεπέρασμά της, είναι τέχνη της αλλαγής και, ταυτόχρονα, απόλυτη έκφραση του αδύνατου της αλλαγής. Η πρωτοπορία της τέχνης οδηγεί στην εξαφάνισή της, Ραούλ, είναι η εξαφάνισή της.

- Δεν είμαι σίγουρος. Τουλάχιστον η ποίηση, αλλά και γενικά η τέχνη, για μένα είναι η οργάνωση του δημιουργικού αυθορμητισμού.

- Χαίρω πολύ! Εσύ δεν έλεγες ότι η τέχνη, σαν σφυγμός της κουλτούρας και της κοινωνίας, αποκαλύπτει την αποσύνθεση των αξιών;

Gino D'Auri - Pass...

Είχα «στήσει αυτί» και προσπαθούσα να καταλάβω, αλλά, εν τω μεταξύ το μαγαζί γέμισε. Σ’ ένα τραπέζι ο Γούφας φώναζε «έεεεε, τα ποτά δικά μου σήμεραααα», δίπλα του η Γητεύτρια, μόλις πλησίασα, παράγγειλε ν’ ακούσει το «Passion Y Duente με τον Gino DAuri κι ο Νίκος με περίμενε να συνεννοηθούμε για την παράσταση του Καραγκιόζη που θα έπαιζε στο bar, ενώ ο Κώστας με ρωτούσε αν θα ’ρχόταν το μπαλέτο με τα κορίτσια.



Γύρισα πίσω στον πάγκο μου. Ένας ακόμη είχε προστεθεί στους συντρόφους που μιλούσαν για την τέχνη. Έδειχναν να τον ξέρουν, αν και φαινόταν πολύ μεγαλύτερός τους. «Καλώς τον Σαρλ» είπαν κι έκαναν χώρο να κάτσει. Ρώτησα τί θα πάρει.




Δόξα και τιμή σε σένα, Σατανά
Στα ύψη τ’ Ουρανού,
Και μες στης Κόλασης τα βάθη,
Εκεί βασίλεψες, εκεί νικημένος

Ονειρεύεσαι μες στη σιωπή!
Κάνε κάποια μέρα κι η ψυχή μου,
Κάτω απ’ το Δέντρο της Γνώσης,
Κοντά σου τον ησυχασμό να βρει,

Την ώρα που πάνω στο μέτωπό σου
Τα κλαδιά του θ’ απλωθούν
Σαν καινούργιος Βωμός!

«Σε μένα το λέτε;» ρώτησα.

«Όχι, σε ‘κείνον που θα ’ρθει τελευταίος» μου είπε. «Φέρε μου ένα ποτήρι κόκκινο κρασί».

Ο Γούφας σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα προς τον πάγκο. Στήθηκε σε μια πόζα ιπποτική και φώναξε: «Με συγχωρείτε για την αυθάδειά μου, φαίνεστε επαγγελματίες, αλλά, αν μου επιτρέπετε, τη γνώμη μου να πω.»

«Βεβαίως», είπε αμέσως ο Γκυ.

«Να σ’ ακούσουμε», συμφώνησε ο Ραούλ.

«Ποιο είναι αυτό το νησί το θλιμμένο και μαύρο; - Τα Κύθηρα,
μας είπε κάποιος, χώρα φημισμένη απ’ τα τραγούδια,
για όλα τα γεροντοπαλίκαρα παράδεισος φτηνός»

είπε ο Σαρλ και πρόσθεσε «Λέγε»

Κι ο Γούφας μ’ επίσημη φωνή έκανε αυτή τη δήλωση:

>>ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ γιαυτο και τεχνη ετσι οπως το οριζουμε ΔΕΝ υπαρχει.

Tεχνη ειναι που οποιος μπορουσε να κανει ενα βισωνα στον βραχο με ενα καρβουνο τα έκανε πλακακια με τον σαμάνο και λέγανε στους άλλους που δεν ξερανε να ζωγραφίσουν -άσε που τους εκρυβαν και τα κάρβουνα, ασε που είχαν και την κλίκα τους να καθοριζει τι εστι καλλιτεχνικός βισων και τι κιτσαρικός- αλλα ξερανε να γκρεμοτσακίζονται να κυνηγάνε τα βουβάλια, φέρτε μας τωρα κι εμας να φάμε το φιλέτο διότι για να ξανασκοτώσετε βούβαλο και να μην πεθανουν τα παιδια σας απ την πεινα εμεις πρεπει εδω μπροστα στη ζωγραφιά να κανουμε τα μαγικά μας και μη μας πει κανείς πως ειναι τεχνη να σκοτωνεις το βουβάλι διότι στο κυνήγι έχουμε πολλούς ...καλλιτεχναράδες ενω στις ζωγραφιές ειμαι μονο εγω, Το σενάριο ειναι φανταστικό μεν ενδεικτικό δε. Ολοι ειμαστε καλλιτεχνες αλλα μας το κρυβουν διοτι πρεπει να υπαρχει καταμερισμός και αξιολόγηση.Και στη συνεχεια εκμετάλευση. Και οταν λεω τεχνη δεν υπαρχει διοτι ολα ειναι τεχνη, απαντα, αυτο εννοώ. Η ιστορια με τις λςγόμενες καλλες τέχνες ξεκίνησε στραβα και ετσι θα τελειώει.

ΚΑΤΩ Η ΤΕΧΝΗ ! ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΡΑΔΙΚΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΕΙΡΑΣ! Ζήτω η ΑΤΕΧΝΙΑ. Ζήτω η υπερσυνολική τέχνη της ατεχνίας<<

Σταμάτησε κι έκανε να φύγει, ζητώντας συγγνώμη για την δυσλεξία του, αλλά τον σταμάτησαν τα χειροκροτήματα. Πρώτος χειροκρότησε ο Ραούλ κι όλο το μπαρ ακολούθησε. Ακούστηκε κι ένα σφύριγμα θαυμαστικό από το πίσω τραπέζι, κι αμέσως η βραχνή φωνή του Σαρλ:

«Κάτοικε των Κυθήρων, παιδί ουρανού τόσο ωραίου,
Σιωπηλά υπέφερες τούτες τις ασέβειες
Σαν εξιλέωση για τις άτιμες λατρείες
Και τ’ αμαρτήματα που τον τάφο σου στέρησαν»

«Θάνατος στην Τέχνη. Θάνατος στην Ιδεολογία» ακούστηκε ενθουσιασμένος ο Ραούλ. Το αλκοόλ είχε αρχίσει τη δράση του. «Να κάψουμε το φασισμό και η ίδια φλόγα να τυλίξει όλες ανεξαίρετα τις ιδεολογίες και τους λακέδες τους.»

Ο Νίκος σηκώθηκε και φίλησε τον Γούφα κι εγώ του έκανα από μακριά «μπίνγκο».

Τώρα είχε έρθει και η Αθηνά, που επέμενε να κεράσει, ελεύθερη κι αθώα.

Παρ’ όλο που η συζήτηση ήταν για την τέχνη κι είχαν ακουστεί πράγματα βαριά και κάπως δυσνόητα, ήμουν ευχαριστημένος, η ατμόσφαιρα έμοιαζε με χαλαρή γιορτή.

02 Cite Tango.mp3

Το μπαρ έδειχνε να ησυχάζει σιγά-σιγά. Ακούγαμε το «Cite tango» του Astor Piazzolla και τότε πρόσεξα, αυτόν που καθόταν μόνος σ’ ένα τραπέζι κι έγραφε. «Τι λέτε για όλα αυτά;» τον ρώτησα χαμογελώντας.

«Ποτέ δεν λέω, μόνο γράφω, γράφω για όσα οι άλλοι λένε. Ένα dimple και νερό, παρακαλώ» απάντησε και μου ’δωσε το σημείωμα που μόλις είχε τελειώσει:






«Βλέπω τους κολασμένους κάπως έτσι.
Ευφραδείς χωρίς σκοπό, πάντα φτάνοντας
στα όρια των ικανοτήτων τους
οι λέξεις να τους προδίδουν, και μήτε
γροθιές μήτε αγκαλιάσματα
να τους βοηθούν σε κάτι περισσότερο,
ανίκανοι για γύμνια
κλειδώνουν τα χέρια τους ο ένας με τον άλλο
σαν τα κλαδιά δυο δέντρων πεθαμένων,
ηχούν το κρανίο με ένα δάχτυλο μακρύ,
η ομιλία τους κάτι σαν τρυπάνισμα, τα μάτια τους
δίχως ματόκλαδα βλέπουνε άδεια για πάντα
Αυγή: η αργή πτώση του τραγουδιού. Ο ουρανός
Τον φαντάζομαι λευκό, να ρέει φιλεύσπλαχνα.»

Ντέηβιντ Κ.

Στην παρέα του πάγκου είχε φτάσει και τέταρτος. Απ’ την τσέπη του εξείχε ένα βιβλίο και μόλις το είδε ο Ραούλ, το άρπαξε. «Ο αιώνιος Μόντι» είπε, καθώς ο καινούργιος πήγε να διαμαρτυρηθεί. Λες και δεν ξέραμε ποιο βιβλίο κουβαλάς πάντα μαζί σου. Το ξεφύλλισε κι άρχισε να λέει: «Εδώ ο ποιητής έχει πλάσει μια οξυμένη μορφή του Κακού, ως αναπόσπαστου στοιχείου του κόσμου, μια μορφή ανείπωτης βίας, που θέλησε να στρέψει ενάντια στην ψεύτικη παγκόσμια καλή συνείδηση. Αυτά τα ποιήματα εμφανίζονται, σε τελευταία ανάλυση, ως αντανάκλαση της διπλής τάσης του αναρχικού κινήματος, της αδιάκοπης παλινδρόμησής του ανάμεσα στην καθαρή βία και τη μεταρρυθμιστική ουτοπία.»

«Σσσς, μας ακούει, είναι εδώ» είπε ο Σαρλ και σταύρωσε τα χέρια του σα να προσευχόταν.




Αέρας μπήκε απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα κι έσβησ’ όλα τα κεριά. Την ίδια στιγμή ένας ξαφνικός κεραυνός και τα φώτα σβήσαν. Το ίδιο κι η μουσική και οι φωνές και τα γέλια. Για ένα δευτερόλεπτο δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Μετά άναψαν τα φώτα ξανά και είδα τον περίεργο ξένο να πλησιάζει στον πάγκο. Ο Γκυ κι ο Ραούλ τραβήχτηκαν στην άκρη. Ο Σαρλ, ακίνητος, συνέχισε να προσεύχεται.

«Πατέρα θετέ, εκείνων που μες τη μαύρη του οργή
Κυνήγησε απ’ τον παράδεισο τη γης, ο Πατέρας Θεός,

Ω, Σατανά, συμπόνεσε την ατέλειωτη δυστυχία μου!»

Κι ο Μόντι, μαγεμένος, παρακολουθούσε με έκσταση. Προσπαθούσε να φυλακίσει στο μυαλό του τη στιγμή. Θα ‘θελε να ‘χει εδώ, τώρα, μαζί του πινέλα και χρώματα. Έβγαλε ένα μικρό μπλοκάκι κι ένα μολύβι . Άρχισε να σκιτσάρει γρήγορα ό,τι έβλεπε. Και σκιτσάρισε τον ξένο, ν’ ανοίγει τον σουγιά, να ελευθερώνει μια λεπίδα κοφτερή κι εκεί που τα χείλη του ενώνονται με τη σάρκα ... ... ...

Μια σταγόνα αίμα έπεσε πάνω στο σκίτσο του Μόντι. Πάγωσα, όλοι παγώσαμε. Τώρα, ο μόνος που γελούσε ήταν ο ξένος. Μ’ ένα γέλιο που ακουγόταν ίδιο με το δικό μας, πιο πριν, αλλά ωστόσο διαφορετικό φαινόταν. Ένα γέλιο κόκκινο, ένα γέλιο που έσταζε αίμα. «Πάλι καλά που πεθαίνουμε», ήταν τα μόνα του λόγια που ακούσαμε απ’ αυτό το στόμα. Έφυγε.

Το τάνγκο του Piazzolla δεν είχε τελειώσει ακόμα. Η γιορτή, όμως, έλαβε τέλος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

.

.

.

Γκυ: (Guy Debord)

Η φράση του με πλάγια είναι από το
«Η Κοινωνία του Θεάματος», εκδ. Ελεύθ. Τύπος

--------------------------------------------------------------

Ραούλ: (Raoul Vaneigem)

Τα λόγια με πλάγια είναι από το
«Η επανάσταση της καθημερινής ζωής», εκδ. Άκμων (πρωτότυπος
τίτλος
: Traité de savoir-vivre à l'usage des jeunes générations).
Η τελευταία αναφορά, απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου
που βρισκόταν στην τσέπη του Μόντι.

-------------------------------------------------------------------------

Σαρλ: (Charles Baudelair)

Αποσπάσματα από τα «Οι λιτανείες του Σατανά-Προσευχή» και
«Ταξίδι στα Κύθηρα», από «Τα άνθη του κακού», σε μετάφραση
Δέσπως Καρούσου, εκδ. Γκοβόστη.

--------------------------------------------------------------------------------

Μόντι: (Amedeo Modigliani)

Λέγεται ότι δεν αποχωριζόταν ποτέ αυτό το βιβλίο.
Το πορτραίτο του, απ΄τον ζωγράφο Jacques Moitoret

--------------------------------------------------------------------------------------------

Ντέηβιντ: (David Constantine)

Σύγχρονος Άγγλος ποιητής. Γεννήθηκε το 1944 και το ποίημα
έχει τίτλο «Οι κολασμένοι», σε μτφ. Ερωτόκριτου Μωραϊτη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γούφας, Γητεύτρια, Νίκος (melissas), Κώστας (Vrakas),
Αθηνά (
Theoulini), είναι γνωστοί πελάτες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο ξένος είναι, βέβαια, ο Maldoror των ομώνυμων «Ασμάτων»,
που έγραψε ο
Isidore Ducasse, σαν κόμης de Lautreamont.

Η εικόνα που κόβει τα χείλη του είναι από το πρώτο άσμα.

.

.

.


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

Bar-άγκα: Αυτό το βάρος

B a r - ά γ κ α

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.
.
.

Όρμησε τρέχοντας στο μπαρ, σαν κυνηγημένος. Έτρεμε και τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους. "Έν' αψέντι" είπε, άφησε τη βαλίτσα του στο πάτωμα και σωριάστηκε σ' ένα σκαμπώ μπροστά απ' τον πάγκο.
Τον πλησίασα. Είδα τα χείλη του που τρεμόπαιζαν. "Τί να κάνω, τί να κάνω μ' αυτό το βάρος;" μονολογούσε. Τον πλησίασα, έριξα μια ματιά στη βαλίτσα και είπα: "Λυπάμαι, δεν έχω αψέντι. Να φέρω κάτι άλλο, ρακί, τσίπουρο, γκράπα ..." άρχισα ν' αραδιάζω ποτά. Εκείνος κρατούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια, σκυφτός, λυπημένος ... "ένα ρακόμελο" είπε, πριν αφήσει τα δάκρυα να βρέξουν το πρόσωπό του.
Τού 'βαλα ένα μπότζι, σπιτικό, που μού 'χε στείλει ένας φίλος Αμοργιανός κι έφερα τη μπουκάλα κοντά. Δεν θα τον έπιανε το πρώτο. Ήπιε ακόμα ένα και σταμάτησε να τρέμει.

"Τί σε τρώει;" τον ρώτησα
"Τον έχασα. Πάει. Έφυγε ο Φραντς."
Δεν είχα καταλάβει. Δεν ήξερα για ποιόν μιλούσε, αν ήταν σκύλος και τον έχασε ή ... αν ήταν άνθρωπος, δικός του.
"Τί θα κάνω τώρα ... Τί ασήκωτο βάρος. Ήθελε να τα κάψω, να τα εξαφανίσω, μου τό 'χε πει, αλλά ... δεν ξέρω. Είναι τόσο ωραία, τόσο καλογραμμένα. Κρίμα δεν είναι;"
Άνοιξε την βαλίτσα, κοίταξε γύρω να σιγουρευτεί ότι δεν τον βλέπει κανείς και μου τά 'δειξε. Πήρα στα χέρια μου μια σελίδα κι άρχισα να διαβάζω: "Όλα είναι ανώφελα. Όταν δεν μπορώ να κυνηγήσω τις ιστορίες μες στις νύχτες, δραπετεύουνε και χάνουνε τον δρόμο τους."

Ήταν όλα εκεί. Τα γράμματα στην Φελίτσε, στη Μιλένα και στη Ντόρα. Και το γράμμα στον πατέρα. Ένα δέμα με χειρόγραφα, που στην πρώτη σελίδα είχε γραμμένο με μεγάλα γράμματα "Η Δίκη" κι ένα παλιό όλο διορθώσεις με τίτλο "Ο Πύργος". Κι άλλα πολλά, κομμάτια από τετράδια και σκόρπια φύλλα. Άρχισε πάλι να τρέμει. Ίδρωσε. Έβγαλε ένα μαντήλι να σκουπίσει τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Από την τσέπη του έπεσε μια κόλα χαρτί. Την σήκωσε και την άφησε στον πάγκο. Άρχισα να διαβάζω, δύσκολα, γιατί το χαρτί είχε τσαλακωθεί, είχε ξετυλιχθεί και ξαναδιπλωθεί αμέτρητες φορές κι είχες πολλούς λεκέδες. Από δάκρυα, από απόγνωση. "Η Διαθήκη μου" έγραφε. "... κι ό,τι γραφτά μου βρεις μετά τον θάνατό μου, να τα κάψεις όλα. Δεν επιθυμώ να κυκλοφορήσουν ποτέ. Φραντς."

Διπλός ο πόνος, διπλό το βάρος. Ένας φίλος χάθηκε, αλλά είναι τόσο κρίμα!

"Έν' αψέντι ακόμα" είπε με σβηστή φωνή. Το χρειαζόταν. Τί να του κάνει απόψε το ρακόμελο;
"Κοίτα", του είπα. "Καλό αψέντι, απ' τον τόπο σου, τσέχικο, έχουν έδω παραδίπλα στο Cafe de l' Enfer. Εκεί πήγαινε και θα την βρεις την άκρη. Θα σε φωτίσει ο Αυγερινός, θα σου μιλήσει ο Αποσπερίτης. Πήγαινε."

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μαξ Μπροντ (1884-1968)
Γερμανόφωνος, εβραϊκής καταγωγής,
λογοτέχνης και κριτικός,
γνωστός
–πέρα από το συγγραφικό του έργο–
για την στενή φιλία του με τον Κάφκα
και τη συνεισφορά του στις μεταθανάτιες
εκδόσεις των μυθιστορημάτων του.
----------------------------------------

---------------------------------------
"Ακούγεται" ο Van Morrison,

από τον δίσκο "The Healing Game" (1997),
στο "This Weight"

This weight is weighing on my heart
This weight is tearing us apart
This weight is weighing on my soul

And it just won't leave me alone

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

In the neighboorhood people watching me
Got to move to protect my sanity
Anonymity is all I want you see
You may think it's mediocrity, but

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking ahout this weight

And this Hollywood ain't no good
I would rather be like Robin Hood
If I could only loose this...

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

And this Hollywood ain't no good
I would rather be like Robin Hood
If I could only loose this...

You know I'm talking about this weight
You know I'm talking about this weight

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2007

Bar-άγκα: Νιώθεις ή μόνο μετράς;

Προχθές έκανα μια βόλτα στην αγορά και κατέληξα σ' ένα καινούριο μπαράκι (ε, δεν θα πηγαίνω και κάθε μέρα στα μπουζούκια).

Όμορφο περιβάλλον, ήσυχο, με διακριτική μουσική, λίγους μα διαλεχτούς πελάτες, μερακλίδικους καφέδες και πολλά ποτά. Μ' άρεσε πάρα πολύ και χθες ξαναπήγα

Τό 'χουν δυο συμπαθητικά παιδιά η Hanna κι ο Helel Ben Sahar. Είναι το CAFE de l' ENFER.
Να πάτε οπωσδήποτε. Και θυμηθείτε να παραγγείλετε απ' τα εξαιρετικά κοκτέιλ του Helel. Εγώ, την πρώτη φορά, πήρα στην αρχή τον "ανδρισμό", μετά το "marlene" και στο τέλος το "λόλα". Υπέροχα. Την άλλη μέρα, δοκίμασα το "βλέφαρο του κεραυνού", μετά το "δικαίωσις", τα "τρία ναι" και στο τέλος το "kuro siwo". Πολύ δυνατά. Τύφλα έγινα, αλλά το φχαριστήθηκα. Αύριο θα πάρω μπύρες, γιατί πήρε το μάτι μου κάτι φοβερά μεζεδάκια που φτιάχνει η Hanna.
.
.
Μ' άρεσε η ιδέα και ζήλεψα. Λέω ν' ανοίξω κι εγώ ένα μπαράκι, αλλά πώς θα το δουλεύω, που ούτε το μαγαζί μου δεν προλαβαίνω.
.
.
.
Λοιπόν, το αποφάσισα. Θα τ' ανοίξω κι ας δουλεύει όποτε ...




Βρήκα μια παράγκα κι έναν παλιό πάγκο


Κουβάλησα λίγα πράγματα

κι έτοιμο!

Βρήκα και όνομα

B a r - ά γ κ α

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε.

.
.
.
Να κι ο πρώτος πελάτης.
Μπήκε χωρίς να χαιρετήσει. Ένα χαμόγελο μόνο, διφορούμενο.
Παράγγειλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και στάθηκε στην άκρη του πάγκου.
Έβγαλε τα τσιγάρα του κι άρχισε να καπνίζει. Αμίλητος.
Τον κοιτούσα που έπαιζε με τον καπνό.
Παράγγειλε κι άλλο κρασί και ξαφνικά τον άκουσα να μιλάει. Δεν μου απηύθυνε τον λόγο, δεν ξέρω αν μιλούσε σε μένα, κοιτούσε προς το μέρος μου και ένοιωθα αμήχανα.

Προσπάθησα να ξεχωρίσω τις λέξεις, αλλά τις πρόφερε μ' ένα τρόπο περίεργο. Σα να κολλούσε η μία στην άλλη, χωρίς τελείες και κόμματα. Χαμηλόφωνα.

Πλησίασα κι άκουσα να λέει:
"Νιώθεις ή μόνο μετράς;", αλλά τώρα δεν με κοιτούσε, δεν ξέρω αν με ρωτούσε . Δεν περίμενε απάντηση. Συνέχισε:
"Έχω εδώ το αίσθημα κι από 'κεί ο λόγος. Έχω εδώ την παιδική αθωότητα κι από 'κει η εκζήτηση των ενηλίκων, εδώ την ποίηση και 'κει η επιστήμη.
.
Έχω το μυστήριο κι οι άλλοι την βεβαιότητα."

Με ξανακοίταξε. Τώρα δεν χαμογελούσε. Τώρα το ύφος του ήταν γλυκό και βλοσυρό μαζί.

Κι η φωνή του δυνατή. Είπε:
"Μακριά απ' το πλήθος, μόνος, χωρίς εξουσία και κύρος και γι' αυτό ικανός, γι' αυτό μπορώ να χλευάσω και να υμνήσω τον παραλογισμό της κοινωνίας, να καταγγείλω τα ψεύδη της εξουσίας."

Είχα τρομάξει. Πρώτη μέρα ανοιχτό το μπαράκι μου και μού 'τυχε αυτή η τρελλάρα.


"Ε, πού 'σαι; Δεν είμαι τρελλός. Μη φοβάσαι. Μόνο που μετράς και δεν νιώθεις ακόμα. Με τον καιρό θα καταλάβεις. Είσαι καινούργιος έτσι; Δεν πειράζει. Αυτή η θέση, πίσω απ' τον πάγκο, πολύ βοηθάει. Θα μάθεις ν' ακούς, θα μάθεις να μη μετράς, θα μάθεις να νιώθεις"

Αυτά μου είπε κοιτώντας με στα μάτια.

Άφησε τα χρήματα στον πάγκο κι έφυγε, όπως ήρθε. Χωρίς να χαιρετήσει.

Συνειδητοποίησα ότι όλη την ώρα δεν είχα βγάλει λέξη.
Όμως ο μπάρμαν πρέπει ν' ακούει. Μ' αρέσει αυτή η δουλειά. Μαθαίνω εύκολα. Ας είναι καλά το Cafe de l' Enfer. Ας είστε καλά ficciones, golem, librofilo κι όλα τ' άλλα μπαράκια που σας ζήλεψα ...


Πέρασ' η ώρα.
Κλείνουμε γι' απόψε και δεν ξέρω πότε θα ανοίξει πάλι το μαγαζί.
Πάντως τα έξοδα δεν τα βγάζει, αλλά ... ποιός μετράει;



Ω γλυκιά αυθόρμητη
γη πόσο συχνά
τα
λεκιασμένα
δάχτυλα των
λάγνων φιλοσόφων σ' έχουν τσιμπήσει
και πασπατέψει



,ο άσεμνος αντίχειρας

της επιστήμης έχει κεντρίσει
την
ομορφιά σου ,πόσο
συχνά σ' έχουν πάρει οι θρησκείες
στα λιπόσαρκα γόνατά τους πάνω
συνθλίβοντάς σε και


γρονθοκοπώντας σε ώστε να μπορέσεις να συλλάβεις
θεούς
(αλλά
αληθινή

στην ασύγκριτη
κλίνη τού θανάτου τού
ρυθμικού σου

εραστή

τους αποκρίθηκες

μόνο με την

άνοιξη)
e.e.cummings [1922]
"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb