... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007

Καλή διασκέδαση

Καλά τα μαγαζιά κι οι χαβαλέδες, καλά τα μπαρ και τα ξενύχτια, καλά τα μπουζούκια κι οι τσάρκες. Καλή η κατανάλωση (υπερκατανάλωση) διασκεδάσεων. Όλα καλά.

Αρκεί όμως; Τις ώρες τις μοναχικές, τι γίνεται; Πάμε για ύπνο; Ή θα γλεντοκοπάμε ή θα δουλεύουμε. Μετά μόνο νάνι. Να ‘μαστε συνεχώς σε κίνηση, μην τύχει και η σκέψη βρει χρόνο. Μην τύχει και το Πνεύμα ανακρίνει τις μέρες μας.

................

Πριν αρκετά χρόνια, θυμάμαι, διάβαζα το «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μανν. Συνεπαρμένος απ’ το ρυθμό του, κόντευε να βγει το βιβλίο «μονορούφι», δεν ήταν δα και μεγάλο. Μέχρι που φτάνω σε μια παράγραφο και διαβάζω:

«… Ανάμεσα στους στρογγυλεμένους βράχους, στις πιο απόμακρες ακτές, τα κύματα πηδούσαν ψηλά σαν αγριοκάτσικα. Ένας κόσμος ιερά παραμορφωμένος, γιομάτος βουκολισμό, αγκάλιαζε τον γοητευμένο Άσσενμπαχ και η καρδιά του ονειρευόταν ειδυλλιακούς μύθους. Πολλές φορές, όταν ο ήλιος βασίλευε πίσω απ’ τη Βενετία, καθόταν σ’ έναν πάγκο του πάρκου για να παρακολουθεί τον Τάτζιο, που ντυμένος στ’ άσπρα με χρωματιστή ζώνη, χαιρόταν να παίζει μπάλα και του φαινόταν πως έβλεπε τον Υάκινθο προορισμένο να πεθάνει επειδή τον αγαπούσαν δυο θεοί…»

Διάβασα και ξαναδιάβασα, πολλές φορές, τη σελίδα αυτή και δεν μπορούσα να πάω παρακάτω. Σταμάτησα κι έβαλα καπνό να καπνίσω. Ευχαριστημένος…

Και τότε άρχισε το πανηγύρι. Στο μυαλό μου χόρευε η αγριεμένη θάλασσα με το πάθος του Άσσενμπαχ. Παρακολουθούσα τον χορό τους στους ήχους της ορχήστρας των αφρισμένων κυμάτων. Σιγά-σιγά ο Άσσενμπαχ, ο Τατζιο, ο Υάκινθος και οι θεοί πέρασαν σε δεύτερο πλάνο και άκουγα μόνο την μουσική, έβλεπα μόνο την ορχήστρα. Η εικόνα γέμισε από τα κύματα που πηδούσαν σαν αγριοκάτσικα. Άσπρα, πηδηχτά, έρχονταν κι έφευγαν. Ανέβαιναν στα ψηλά βράχια και γκρεμιζόντουσαν πίσω. Χόρευαν τα ίδια τον άγριο και παθιασμένο χορό τους. Ευχαριστημένος…

Κάποια στιγμή, αναρωτήθηκα γιατί κόλλησα σ’ αυτές τις λέξεις. Γιατί σταμάτησα σ’ αυτή τη σελίδα και όχι κάπου αλλού. Το συγκεκριμένο βιβλίο και όλο το έργο του Μανν και όλη η μεγάλη λογοτεχνία έχει και πιο «δυνατά» κομμάτια. Όμως, εγώ εκεί. Απορροφημένος απ’ την κίνηση των κυμάτων. Πηδούσαν σαν αγριοκάτσικα!

Άρχισα να ψάχνω σαν μανιακός άλλα βιβλία, για να βρω που συνάντησα την ίδια έκφραση. Κατέβασα βιβλία από τη βιβλιοθήκη, ξεφύλλισα τόμους και τόμους, πήρα στο τηλέφωνο φίλους, … τίποτα. Παρόμοιες εκφράσεις βρέθηκαν σε αρκετά έργα, αλλά δεν ήταν αυτό που θ’ απαντούσε στην απορία μου. Ο πυρετός ανέβαινε, η μουσική δυνάμωνε κι ο χορός γινόταν ξέφρενος. Ευχαριστημένος …

Μοιραία, λοιπόν, έφτασα στην Ιλιάδα. Εκεί σ’ οδηγούν τα βήματα, όποιο δρόμο και να πάρεις. Από ‘κεί ξεκινάει και ‘κει τελειώνει κάθε περίπατος.

Και ιδού! «…κινήθη δ’ αγορή φή κύματα μακρά θαλάσσης…» [Ιλ. Β΄ 144] και λίγο πιο κάτω «…λάβρος επαιγίζων, επί τ’ ημύει ασταχύεσσιν…» [Ιλ. Β΄ 148].

Κλικ, ήρθε, αυτομάτως, η απάντηση: δεν ήταν η έκφραση «τα κύματα πηδούσαν σαν αγριοκάτσικα». Ήταν το DNA της γλώσσας μας. Αγριοκάτσικα. Δηλαδή Αίγες. Δηλαδή αυτή η υπέροχη ίδια ρίζα αγ- ήταν που μίλησε, που ενορχήστρωσε όλην αυτή τη μουσική στο μυαλό μου.

Ικανοποιημένος, τώρα, που πλήρωσα το κενό μέσα μου, ευχαριστημένος, άρχισα ν’ ανοίγω λεξικά. Όσα έχω στο σπίτι και όσα βρήκα στο ίντερνετ. Και το βρήκα. Στο Λεξικό του Ησύχιου του Αλεξανδρέως:

Αίγες = τα κύματα. Δωριείς

Δηλαδή, σε μια ελληνική γλώσσα, αίγες ΕΙΝΑΙ τα κύματα. Σημαίνει τα κύματα. Χωρίς παρομοίωση, χωρίς μεταφορά, κυριολεκτικά. Και τέλειωσα το ψάξιμο, τέλειωσα τον χορό … ευχαριστημένος… δικαιωμένος… ΠΛΗΡΗΣ.-

..........................

Σκοπός του σημειώματος αυτού είναι να δικαιολογήσω (και να καταλάβω ο ίδιος) γιατί ήρθα και γιατί λέω να μείνω κάμποσο εδώ, στα Bloggια. Απλώς, λοιπόν, γιατί μ’ αρέσει. Γιατί έτσι διασκεδάζω, ψυχαγωγούμαι, ευχαριστιέμαι, περνάω καλά. Περνάω καλά διαβάζοντας βιβλία ή ακούγοντας μουσική, περνάω καλά διαβάζοντας πολλά posts και θέλω να μοιραστώ όλ’ αυτά τα καλούδια μαζί σας.


5 σχόλια:

ΓΟΥΦΑΣ είπε...

εξ ου και ΑΙΓΑΙΟΝ πελαγος, επειδη ειχε πολλα κατσικια που το πρωι κατεβαινουν στον ΑΙΓΙαλον για να γλυψουν δροσια στο ακυμαντο αλμυρο νερο, ελα, ζητω ο καμπος, εχω κανει και δυο διανυκτερευσεις στην Κυρα Πναγια καποτε, εχ΄ακομ΄γιδια?
Λαρσα Λαρσα σιδα κι λαχταρσα ΟΒΕΡ

ATHENA είπε...

ΩΡΑΙΟ ΠΟΣΤ
ΩΡΑΙΟ ΣΧΟΛΙΟ
ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΒΛΑΚΩΔΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΙΑ ΒΛΑΚΩΔΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚΑΡΕΙΝ...

cropper είπε...

και ΓΟΥΦΑ και ΑΘΗΝΑ
Είδατε που το Πήλιο σας γέμισε τις αισθήσεις και τα αισθήματά σας και ελεείτε τους αρχάριους με δυναμωτικά σχόλια!
Όλοι κάτι παίρνουν απ’ τα μέρη μας…
ΓΟΥΦ, πιστεύω τον τενεκέ να τον άφησες κάπου, γιατί δεν βολεύει μετά από τόση σεξα σέξασπρη κι απ’ τον ήλιο σεξασπρότερη.
ΑΘΗΝΑ ευχαριστώ για τα Ωραίο κλπ. Δεν ξέρω ακόμη τι είναι το μπλογκάρειν, ξέρω μόνο ότι θα είμαι για καιρό μπλογκαρισμένος

alekos markellos είπε...

Καλή και εμπνευσμένη, -βεβαίως βεβαίως- πορεία στον κόσμο των ψηφιακών περιπατητών!
Γιατί, τουλάχιστον εδώ, κανείς δεν μας υποχρεώνει να τρέχουμε!

Μαύρος Γάτος είπε...

καλησπέρα- δυό παρατηρήσεις: και στα νεοελληνικά τα κύματα τα λέμε "προβατάκια!" (εντάξει, άλλο κατσίκα κι άλλο πρόβατο, αλλά σίγουρα δεν είναι τυχαίο.

Οι Ισπανοί, αντίθετα, τα κύματα τα λένε τί άλλο- ταύρους. Με άσπρα κέρατα και άσπρες μαντήλες νακρέμονται από τη ράχη τους... Και με τον Ήλιο βακκέρο...

Δες αν θέλεις αυτό το τραγούδι.

Σ;))))

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

π ε ρ ί π α τ ο ς (αρχείο):

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb