... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Εγώ είμαι ο cropper


Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Νόμιζε ότι ήταν άρρωστος. Έκανε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε να σταθεί όρθιος. Αφέθηκε να πέσει στο κρεβάτι. Έμεινε ξαπλωμένος, ακίνητος.

Ήταν μόνος. Με τα μάτια ανοιχτά, με το μυαλό άδειο, προσπάθησε ν’ αντιδράσει. Προσπάθησε να σκεφτεί. Τον έπιασε πανικός. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Ζορίστηκε, προσπάθησε να συγκεντρωθεί κάπου, οπουδήποτε, αλλά ήταν αδύνατο. Λες και το μυαλό του απέκρουε όλες τις σκέψεις, λες και υπήρχε μια βαριά κλειδωμένη πόρτα. Όχι πόρτα. Μια βαριά μαύρη βελούδινη κουρτίνα, ένα πέπλο. Πέπλο; Σήκωσε το χέρι του κι έψαξε τον αέρα, πάνω και γύρω του. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Άνοιξε το στόμα και φώναξε, ούρλιαξε δυνατά και ξαφνικά πάγωσε. Δεν άκουσε καμιά φωνή. Δεν άκουσε τη φωνή του.

«Λες να πέθανα; Να είναι ο θάνατος αυτός; Χαζομάρες», είπε κι έδιωξε αμέσως απ’ το νού του αυτή τη σκέψη. Χαμογέλασε. Να, αυτό ήταν μια σκέψη. Αναρωτήθηκε αν είχε πεθάνει και, πιο πριν, νόμιζε ότι υπάρχει ένα πέπλο γύρω του που δεν τον αφήνει ούτε να σκεφτεί ούτε να δει ή ν’ ακούσει. Άρα πεθαμένος δεν είναι. Τώρα να δούμε αν είναι ζωντανός.

Κοιμήθηκε πάλι κι αμέσως, άρχισε να βλέπει ένα όνειρο. Το ήξερε ότι έβλεπε όνειρο. Έβλεπε κάποιον σκυμμένο πάνω από ένα μπαούλο. Ήταν αυτός, ο ίδιος. Έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες. Είχε σκορπίσει τις περισσότερες γύρω του. Ήταν πολλές κι είχαν απλωθεί σ’ όλο το πάτωμα, σ’ όλο το δωμάτιο. Σηκώθηκε και όπως γύρισε είδε το πρόσωπό του. Τρόμαξε και ξύπνησε με μια κραυγή.

«Μα, αυτός δεν ήμουνα εγώ. Γιατί νόμιζα ότι ήμουνα εγώ; Έκανα λάθος; Γίνονται λάθη στα όνειρα; Αφού ήξερα, ήμουν σίγουρος, ότι εγώ ο ίδιος ήμουν κι έψαχνα να βρω εκείνη τη φωτογραφία . Πάντως, μπορώ τουλάχιστον να σκέφτομαι.»

Σηκώθηκε, μπόρεσε τώρα να σηκωθεί, άνοιξε το παράθυρο και μπήκε το φως του πρωινού. «Στο διάβολο, τι έπαθα; Τι με πείραξε;» Κάθησε στην άκρη του κρεβατιού κι έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Τα γένια του τον ενοχλούσαν. Γένια; Μπήκε τρέχοντας στο λουτρό, άνοιξε το φώς και κοίταξε στον καθρέφτη. Έμεινε να κοιτάζει. Το είδωλό του ήταν αυτός. Αυτός, αυτός που είδε στ’ όνειρό του. Έκανε δυο βήματα πίσω κι άπλωσε τα χέρια στον καθρέφτη. Το είδωλο μιμούταν τις κινήσεις του. Σα να προσπαθούσαν δυο άνθρωποι με απλωμένα τα χέρια να φτάσει ο ένας τον άλλο. Ή να μείνει μακριά ο ένας απ’ τον άλλον. Μούγκριζε κλαίγοντας «Ποιος είμαι; Ποιος είμαι; Αυτός; Ποιός είμ' αυτός;»

Ανέβηκε κουτρουβαλώντας τη σκάλα και μπήκε στη σοφίτα. Πάνω απ’ το ανοιγμένο μπαούλο τον είδε σκυμμένο που έψαχνε τις παλιές φωτογραφίες. Βρήκε αυτήν που ζητούσε, σηκώθηκε κι όπως γύρισε, ησύχασε. Ήταν αυτός. Ο ίδιος.

.

.

- Ρε Κωστή. Αυτό το κρασί πολύ με πείραξε χθες. Αφού νόμιζα ότι ήμουνα εσύ.


- Εσένα λένε Κωστή, ρε μαλάκα. Μην πίνεις άλλο, σε πειράζει. Εγώ είμαι ο cropper.

.

.

.

9 σχόλια:

αργοναύτης είπε...

Πω πω πω, πως με μπέρδεψες... Μόλις το διάβασα άρχισα να αναρωτιέμαι "ποιος είμαι, που πάω, τι κάνω και που βρίισκομαι ... και που βρίισκομαι"!

Ανώνυμος είπε...

Αργοναύτη,

Μεγάλο μπέρδεμα. Μέχρι να ξεμπερδευτώ θ' απαντάω στα σχόλια σαν ανώνυμος.

Ανώνυμος είπε...

Τι έγινε ρε ξάδερφε ήρθες στο fun club του Lacan?
(μιλάω και για την γλώσσα και για τον καθρέφτη)
Αχ αυτός ο καθρέφτης. Πως να μάθουμε να μας βλέπουμε με τα δικά μας μάτια αφού πάντα μας βλέπουμε με τα μάτια των άλλων.
Ξαδέρφη

Ανώνυμος είπε...

Πέρασα από την θεία κωμωδία. Τώρα κατάλαβα αυτά που μου έλεγες χθες. Μόλις άρχισα να μπαίνω στο νόημα των άλλων μου βάζεις καινούρια. Θα σε επισκέφτομα συχνά, Μου άρεσε πολύ.
Άκου αυτό.
Όπου μας χτύπησε η ζωή οι πληγές έχουν θρέψει
όπου οι σκιές ακόμη αιμορραγούμε.
Δε ζήσαμε, δε ζήσαμε κι ας κυλιστήκαμε στο φως!
Με σκιές μονομαχήσαμε και μας πλήγωσαν
κι εμείς σπαθίζαμε τα νέφη.
Το γράφει ο Βασίλης Γκουρογιάννης στις " Επιστολές στον άνθρωπο του 3000 μ.χ."

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

΄Ελα ρε Κωστή..με άγχωσες, μέχρι να τελειώσει... πανικόβαλες και τον cropper μας...

"όπου οι σκιές ακόμη αιμορραγούμε.''" λέει ο ανώνυμος
Δεν πειράζει, καταλαβαίνουμε πως είμαστε ζωντανοί ακόμη.
Οι πεθαμένοι δε ματώνουν μόνο...
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!

Γλαρένιες αγκαλιές

cropper είπε...

Ξαδέρφη εξαδέλφη,

Εγώ το έλυσα το λακανικό ερώτημα. Βλέπω με τα μάτια του cropper κι αυτός με τα δικά μου. Τους άλλους τους αφήσαμε απ' έξω.

Για τις σκιές με κάλυψε το σχόλιο της Γλαρένιας. Το ανέφικτο μας έλκει. Όταν, μάλιστα, το αίμα σου τραβάει το σκοτάδι, τότε οι πληγή δεν κλείνει ποτέ.

cropper είπε...

Γλαρένια,

Εγώ το βρήκα αστείο, ίσως γιατί με τέτοια διάθεση το έγραψα.

"Διπλές" αγκαλιές

αργοναύτης είπε...

Έχεις γίνει άριστος στο σχεδιασμό ιστοσελίδας. Μπράβο. Προσοχή όμως: Το "εν αρχή ην ο λόγος", έχει πρόβλημα γραμματοσειράς και διαβάζεται έτσι "Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος"

νιονιος του παλιου καλου καιρου είπε...

κου κου... τζά!
κι εσενα προβολεις σε στραβώνουν βλεπω φιλαράκο, αλλα πας.
στην οθόνη να προσέχεις, βουλιάζει.

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb