... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Bar-άγκα: Cardo rei

B a r - ά γ κ α


Τί τρέλα κι η χθεσινή; Άδειασε το μαγαζί από ποτά. Αν είναι δυνατόν, άδειασε όλη η κάβα. Στο τέλος, όλ’ οι μεθυσμένοι χορέψανε πιασμένοι έναν χορό, χωρίς τραγούδι, χωρίς μουσική. Μ’ ό,τι ρυθμό είχε στο μυαλό του ο καθένας. Ένα μυαλό, πρέπει να πω, καθόλου καθαρό, μια σκέψη ασύνδετη και, πάντως, όχι νηφάλια. Μόνο γέλια ακούγονταν και δάκρυα που δεν τά ’βλεπες να χύνονται απ’ τα μάτια, τ’ άκουγες όμως, μέσα σε άναρθρες κραυγές και στις κινήσεις των σωμάτων. Κι όταν όλοι σταμάτησαν, ξαφνικά, με τα χεριά ψηλά σαν παραδομένοι, σαν σε επίκληση βοήθειας, σαν κάποιος να φώναξε: τρελαθήκαμε και τρελαμένοι από χαρά χορεύουμε και γελάμε, γιατί φοβόμαστε το αύριο, μόνο το αύριο, αυτό οδηγεί σε θάνατο. Ναι, ήταν η μόνη φωνή, τα μοναδικά λόγια που ακούστηκαν καθαρά. Δεν είδα ποιος μιλούσε, αλλά το μαγαζί άρχισε ν’ αδειάζει γρήγορα. Σκυφτές φιγούρες, σκιές που τρεμόπαιζαν στο φως των κεριών και μετά ησυχία. Απόλυτη σιωπή. Απόμεινα μόνος, να μαζεύω τ’ άδεια μπουκάλια, τ’ άδεια πακέτα από τσιγάρα, τα γεμάτα τασάκια, στάχτες παντού, στα τραπέζια και στο πάτωμα.

Είναι μερικές βραδιές παράξενες, δεν είναι σαν τις άλλες, που κυλούν ήσυχα με χαμηλές κουβέντες, ένα ‘εβίβα’ και το τσούγκρισμα των ποτηριών, κάπου-κάπου, ένα γελάκι κι όλα καλά, να περάσει η νύχτα- περνάει η νύχτα, μα μερικές παράξενες βραδιές το σκοτάδι μένει. Σαν τις προάλλες μ’ εκείνον τον μυστήριο τύπο, που θα μπορούσε να ’ταν ο ίδιος ο Μαλντορόρ. Που μας κατατρόμαξε και τρομαγμένοι απομείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτές τις παράξενες βραδιές, τα παράξενα σκοτάδια που κόβουν το γέλιο, τ’ αφήνουν μετέωρο, που βλέπεις το γέλιο μέσα στο σκοτάδι πώς αλλάζει, πώς γίνεται οδύνη, γι’ αυτές τις βραδιές θα σας μιλώ.

Σήμερα πήγα στο μπαρ νωρίς. Να καθαρίσω απ’ τα χτεσινά και να παραλάβω τα καινούργια ποτά. Έβαλα μουσική, κάποια μπλουζ να παίζουν, σκούπισα τον πάγκο μου κι εκεί στην άκρη είδα ένα δαχτυλίδι, που κάποιος είχε ξεχάσει πάνω σ’ ένα σουβέρ. Χρυσό μ’ ένα ‘Μ’ σκαλισμένο. Φαινόταν ακριβό, ποιος να το άφησε αναρωτιόμουν όταν το βόλευα στο τσεπάκι απ’ το γιλέκο μου και την ίδια στιγμή χτύπησε το καμπανάκι της πόρτας που άνοιγε. Νόμιζα ότι ήρθαν τα ποτά, όταν είδα να πλησιάζει στον πάγκο ένας άγνωστος σε μένα άντρας και πριν προλάβω να του πω ότι είναι νωρίς, ακόμη δεν ανοίξαμε, «σας πειράζει να περιμένω; Δεν θέλω ποτό, να περιμένω τον φίλο μου θέλω, σας πειράζει;» με ρώτησε κι εγώ δεν ήθελα να τον διώξω και δεν απάντησα, μόνο σήκωσα τους ώμους. Σε λίγο ήρθε και η παραγγελία με τα ποτά και τις μπύρες, πολλές αυτές γιατί είδα ότι είχαν ζήτηση, μερικές παγωμένες, έτοιμες για κατανάλωση, όπως είχα ζητήσει, γιατί δεν θα προλάβαινα να τις παγώσω. «Ν’ ανοίξω μια κρύα μπύρα;» ρώτησα τον άγνωστο άντρα. «Όχι, δεν θέλω ποτό, αν δεν σας πειράζει, δεν έχω καθόλου χρήματα μαζί μου, αργότερα που θα ‘ρθει ο φίλος μου, αυτός έχει πολλά», είπε κι εγώ γέλασα, τι αστείος σκέφτηκα, άνοιξα μια πικρή εγγλέζικη Suffolk και γέμισα δυο ποτήρια. «Δεν πειράζει, ούτε κι εγώ έχω χρήματα καθόλου, τα έδωσα όλα για τα ποτά». Γελάσαμε.

Λίγοι πελάτες γέμισαν σιγά-σιγά τα τραπέζια, ζευγαράκια που κρατούσαν βιβλία και λουλούδια, μετά την κυριακάτικη βόλτα, γεμάτα όνειρα για τη ζωή, νέοι φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, γνωστοί και άγνωστοι.

«Με τι ασχολείστε;» ρώτησα τον άγνωστο που ακόμα δεν είχε γίνει γνωστός μου, ούτε πως λέγεται ήξερα. «Γράφω, γράφω για τους άλλους και διαβάζω για μένα. Στην πραγματικότητα, ξαναγράφω αυτά που διαβάζω. Κυρίως τις τραγωδίες του Αισχύλου και τον Όμηρο, αλλά και Σοφοκλή και Ευριπίδη και άλλους και τα ξαναγράφω στη γλώσσα μου. Βλέπετε δεν είμαι Έλληνας, γράφω στα γερμανικά, δηλαδή παίρνω τον κύριο άξονα, το θεμέλιο του μύθου, που είναι έντονο και υπαρκτό σ’ όλα τα μεγάλα έργα και γράφω. Ποιήματα τα πιο πολλά». «Δηλαδή, αν κατάλαβα, αντιγράφετε τους μεγάλους, μεταγράφετε τα έργα τους, εμπνέεστε μόνο απ’ αυτά και όχι απ’ την πραγματικότητα. Αυτό κάνετε;» «Έχετε δίκιο. Ακριβώς αντιγράφω τα έργα των κλασικών, αλλάζω λίγους συνδυασμούς λέξεων, καμιά φορά αντιστρέφω προτάσεις, ίσα-ίσα για να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος του κειμένου. Κοιτάξτε, δεν κλέβω. Το παραδέχομαι, απ’ την αρχή δηλώνω ότι το κείμενο που σκάρωσα το διάβασα στον τάδε και στον δείνα. Αλλά λίγοι ασχολούνται με τις εισαγωγές και τον πρόλογο. Κι ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται. Κι έτσι περνιέμαι για καλός και τίμιος συγγραφέας.» «Μα, η σημερινή πραγματικότητα, η ζωή η ίδια, δεν σας ενδιαφέρει, δεν σας εμπνέει;»

«Όσο περισσότερο σκέφτομαι τον δικό μου τρόπο εργασίας και τον τρόπο χειρισμού της τραγωδίας στους Έλληνες, βρίσκω πως το Cardo rei, το καίριο σημείο, στην τέχνη είναι να εφεύρει κανείς έναν ποιητικό μύθο. Ο σημερινός ποιητής βασανίζεται, όλο μόχθο και αγωνία, με συμπτώσεις και δευτερεύοντα πράγματα και, επιδιώκοντας να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα, φορτώνεται με κούφια και ασήμαντα πράγματα διατρέχοντας έτσι τον κίνδυνο να απωλέσει την βαθιά κείμενη αλήθεια, εκεί που βρίσκεται πράγματι όλη η ποίηση. Θέλει να μιμηθεί πλήρως ένα πραγματικό συμβάν και δεν σκέφτεται ότι μία ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, ακριβώς γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.»1

«Ωραία. Κι αν αγνοήσουμε τις ασήμαντες λεπτομέρειες, αν απαλλάξουμε ένα κείμενο από δευτερεύουσες αναφορές, τότε η ζωή δεν μπορεί να σταθεί μούσα στον ποιητή, να γίνει η πηγή της έμπνευσης του συγγραφέα;» «Όχι, όχι πια. Μετά από χιλιάδες χρόνια γραφής, διαπιστώνεις ότι κάθε τι που θα μπορούσε να γίνει ο κύριος άξονας, η καρδιά του μύθου, αυτό που οι Λατίνοι έλεγαν το Cardo rei, έχει ήδη γραφεί με όλους τους σημαντικούς τρόπους, εκ των οποίων οι παλιότερες γραφές είναι οι σπουδαιότεροι. Σε κάθε καινούργια μεταγραφή του μύθου υπάρχει μια έκπτωση, ένα ψεύτικο, περιττό φτιασίδωμα …»

«…που είναι απαραίτητο για τον ποιητή, αφού ποιητής θέλει να είναι και για τον αναγνώστη, όσο κρίνουμε θεμιτό να γνωρίσει το έργο και μέσω αυτού να μετέχει του μύθου.»

Αθόρυβα είχε πλησιάσει ο φίλος που περίμενε ο άγνωστος άντρας και χαμογελώντας μας, αντί για καλησπέρα, προτίμησε να συμπληρώσει την σκέψη του ομιλούντος. Τον είχα δει και χθες, καθόταν μόνος στην άκρη του πάγκου και ήπιε μόνο δύο λικέρ. «Συγχωρήστε τον. Όταν μένει χωρίς λεφτά, συνηθίζει να υποτιμά τον εαυτό του. Και γι’ αυτό υποτιμά και την σημερινή τέχνη, κομμάτι της οποίας είναι το έργο του.» «Ποιοι είστε;» ρώτησα. Ο φίλος συνέχισε με ειρωνικό ύφος και δίχως να μου δίνει σημασία: «Η ποίηση βασίζεται, βέβαια, πράγματι πάνω στην αναπαράσταση της εμπειρικής παθολογικής κατάστασης του ανθρώπου, ωστόσο ποιος από τους θαυμάσιους ειδήμονές μας και επονομαζόμενους ποιητές παραδέχεται κάτι τέτοιο τώρα;»2

Απευθύνθηκα στον άγνωστο άντρα: «Είπατε ότι ποιητική εξεικόνιση δεν μπορεί να συμπίπτει ποτέ με την πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα είναι απολύτως αληθινή.» Τελικά, αποφάσισα να το γυρίσω στον ενικό και τον ρώτησα: «Εξήγησέ μου, τότε, γιατί ένα τέλειο έργο τέχνης μου φαίνεται πως είναι έργο της φύσης;» «Επειδή εναρμονίζεται με την καλύτερη φύση σου. Επειδή βρίσκεται πάνω από το φυσικό, μα όχι και έξω απ’ αυτό. Ένα τέλειο έργο τέχνης είναι έργο της ανθρώπινης ψυχής, και, με την έννοια αυτή, είναι και έργο της φύσης»3, πετάχτηκε πάλι ο φίλος του. «Ένα σπουργίτι μπορεί να ξεγελαστεί και να προσπαθήσει να τσιμπήσει τα ζωγραφισμένα κεράσια του Ζεύξιδος,4 αλλά ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ή πρέπει να αντιλαμβάνεται το έργο τέχνης με τον νου του, με την σκέψη του θα υψώσει την τέχνη και θα υψωθεί κι αυτός μαζί της.»

Σκέψεις. Σκέψεις ασύνδετες και, πάντως, όχι νηφάλιες. Λόγια του οινοπνεύματος ή λόγια του πνεύματος;. Θυμήθηκα κάτι παλιούς στίχους:

Ω χαράς τονε εκείνον που το ελπίζει

Απ’ της πλάνης τη θάλασσα να βγεί!

Κανείς χρειάζεται ό,τι δεν γνωρίζει

Κι ό,τι γνωρίζει δεν τον ωφελεί.5

«Αυτό που είπα, και επιμένω,» ακούστηκε ο άγνωστος άντρας, «είναι η διαπίστωση ότι τα πάντα είναι ήδη ειπωμένα. Όταν διαβάζω ένα σύγχρονο έργο, έχω την αίσθηση ενός ήδη βιωμένου κειμένου. Μου θυμίζει κάτι παλιότερο. Κι όχι μόνο μου το θυμίζει, αλλά κινείται παράλληλα. Αυτό και μόνο, στα μάτια μου, το υποβιβάζει. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν σπουδαίοι ποιητές σήμερα. Αλλά εδώ, έχουμε να κάνουμε με σπουδαίες πένες, που υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Άριστοι τεχνίτες που ψάχνουν μέσα από κείμενα, μέσα απ’ την τέχνη να συνταιριάξουν ό,τι γνωρίζουμε και να βρουν τα κομμάτια που μας λείπουν. Και πάλι ανακατώνουμε τις λέξεις, τα χρώματα, τα σχήματα, τις μορφές, τα ίδια ακριβώς υλικά, με ιώβεια υπομονή στο σισύφειο μαρτύριο της σκέψης. Να, γι’ αυτό το μαρτύριο της σκέψης μιλάω.»

Τότε, ο φίλος γύρισε την πλάτη προς τον πάγκο και με δυνατή φωνή, προς την γεμάτη κόσμο αίθουσα, άρχισε ν’ απαγγέλλει:

«Α! δεν είναι μεγάλη, η τρομερή συμφορά του κόσμου, δεν είναι οι πλημμύρες που ξεθεμελιώνουν τα χωριά σας, οι σεισμοί που ρουφάνε τις πολιτείες σας, όχι, δεν είναι αυτά που με συγκινούν. Εμένα μου σαρακοτρώει την καρδιά η φριχτή δύναμη της καταστροφής που κρύβει μέσα του το κάθε τι μέσα στη φύση, αυτή που δεν έπλασε κανένα πλάσμα, τίποτα που να μην καταστρέφει τον πλησίον του και τον εαυτό του. Κι έτσι πλανιέμαι τρομαγμένος, με τη γη, με τον ουρανό και με τις κινούμενες δυνάμεις τους ολόγυρά μου. Δε βλέπω άλλο τίποτα έξω από ένα τέρας που αδιάκοπα, αιώνια ρουφάει, καταβροχθίζει, κι αδιάκοπα κι αιώνια αναχαράζει.»6

Έβαλα το χέρι στο τσεπάκι κι έβγαλα το χρυσό δαχτυλίδι. Του τό ’δωσα. Δεν ήταν ‘Μ’ το χαραγμένο γράμμα. Ήταν το ‘W”, από το Werther. Ήταν ο Βέρθερος.

Την ώρα που έφευγαν, ο άγνωστος άντρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σίλλερ και ο φίλος του που θα μπορούσε να ήταν ο Γκαίτε, πολύ τους έμοιαζαν, ακούστηκε ο Γούφας απ’ το μπροστινό τραπέζι: «Πφφ, αηδίες. Τέχνη είναι μόνο όταν γράφεις την αυτοβιογραφία σου, για να καταλάβεις όχι γιατί, αλλά τί έζησες. Στο περίπου πάντα.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
1.Επιστολή Σίλλερ προς Γκαίτε (4.4.1797)
2. Επιστολή Γκαίτε προς Σίλλερ (25.11.1797)
[ΣΙΛΛΕΡ-ΓΚΑΙΤΕ Αλληλογραφία, εκδ. Κριτική]
3. GOETHE: Για την αλήθεια και την πιθανότητα στα έργα τέχνης
[GOETHE Περί τέχνης, εκδ. Printa]
4. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία (XXXV, 54)
5. Γκαίτε, Φάουστ [εκδ. Θεωρία, μτφρ. Κ. Χατζόπουλος(;)]
6.Γκαίτε, Βέρθερος [εκδ. Θεωρία, μτφρ. Μ. Παναγιωτόπουλος]

Δευτέρα, Νοεμβρίου 26, 2007

Απ' την αρχή

Πόσο δύσκολο είναι ν’ αρχίσουμε από την αρχή; Δεν είναι, απλώς, δύσκολο. Ουσιαστικά, είναι ακατόρθωτο.
~.~
~~.~~
~.~

Πόσες φορές, από μικροί στο σχολείο, σκίσαμε τα χαρτιά μας ή τα τσαλακώσαμε και τα πετάξαμε στο καλάθι των αχρήστων, στην προσπάθεια να λύσουμε ένα πρόβλημα; Πόσες φορές διαγράψαμε όλες τις γραμμένες με κόπο αράδες, διαπιστώνοντας ότι δεν φτάνουν στη λύση του προβλήματος; Και είπαμε: «Ξεκινάω από την αρχή». Στην πραγματικότητα, συνεχίζαμε πάντα την ίδια προσπάθεια, έχοντας στο νου όλες τις εμπειρίες που αποκομίσαμε μέχρι τότε, αποκλείοντας ίσως κάποιους δρόμους, που διαπιστώσαμε ότι δεν οδηγούν στη λύση, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει «από την αρχή». Σημαίνει ότι συνεχίζω, γνωρίζοντας ήδη περισσότερα από πριν. Πριν την αρχή.
Πόσες φορές είπαμε «ξεκινάω τη ζωή μου από την αρχή»; Μπορεί καμία, μπορεί μία ή λίγες φορές, πάντως, κάποιοι από μας αισθανθήκαμε την ανάγκη μιας νέας αρχής. Είτε γιατί δεν μας πήγαν καλά τα πράγματα είτε γιατί φτάσαμε σε αδιέξοδο, κουρασμένοι, τσακισμένοι, με μια βαθιά ανάσα, λες και σβήνει το παρελθόν με μιαν ανάσα, όσο βαθιά κι αν είναι, αισιοδοξώντας ότι με νέες δυνάμεις θα αποφύγουμε τα ίδια λάθη, είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε στη μέση της ζωής μας –ή και στην άκρη της– πάλι την ίδια ζωή, την μια ζωή που έχουμε, κάνοντας νέα λάθη.
Τυχεροί και μακάριοι όσοι δεν σκέφτηκαν ποτέ να ξαναρχίσουν από την αρχή. Επειδή είναι ευχαριστημένοι, επειδή δεν το διανοούνται ή επειδή αποφασίζουν να φτάσουν στο τέρμα, να ορίσουν το τέρμα, να το επιλέξουν. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κι όσοι από μας είπαν «θα κάνω μια καινούργια αρχή» κι αυτοί που γνωρίζουν ότι δεν μπορούν, ότι δεν υφίσταται ως έννοια το πάλι από την αρχή, την ίδια, μία ζωή, διαχειριζόμαστε.
Πιθανώς, να είχε σημασία και αξία το να ξεκινήσουμε πριν από την αρχή. Αλλά κάτι τέτοιο είναι εντελώς αδύνατο. Δεν μπορείς ν’ αρχίσεις πριν από την αρχή. Μόνο από την αρχή μπορείς ν’ αρχίζεις ποτέ πριν απ’ αυτή. Έπειτα είναι κι αυτή η γλώσσα, που οργανώνει απόλυτα και δεσμευτικά τη σκέψη. Φτάνουμε στα όρια του λογισμού, εξαντλώντας τα όρια της γλώσσας. Ακόμη κι αν θεωρούμε ή ελπίζουμε ότι η ψυχή του ανθρώπου, το πνεύμα (ότι κι αν αυτός ο όρος σημαίνει ή όσες σημασίες κι αν του αποδώσουμε, ο νους, ο Λόγος) θα μπορούσε να τα καταφέρει καλλίτερα. Πώς; Πώς θα το εκφράσουμε; Με ποια λόγια και με τι γλώσσα;
Υπάρχει, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που στιγμιαία φωτίζεται, σαν μυστικό που συλλαμβάνει ο νους μας, φευγαλέα αλλά αληθινά ή τουλάχιστον δημιουργώντας την πεποίθηση της αλήθειας. Και μετά; Όσο τούτη η μυστική αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί, όσο παραμένει ανείπωτη, πόση αξία μπορεί να έχει, πόση χρησιμότητα για να κατανοήσουμε την σχέση της με μας ή την σχέση μας με τον άλλο; Παραμένει ανέκφραστη, ακοινώνητη αλήθεια. Με μεγάλη προσπάθεια, για να ξεπεράσουμε το φευγαλέο χαρακτήρα της, το πολύ-πολύ να κατορθώσουμε ν’ αποτελέσει τα ασαφή όρια, εντός των οποίων θα επιχειρήσουμε να την εκφράσουμε. Δεν είναι λίγο, αλλά, απ’ την άλλη, αν δεν μπορούμε να πούμε τις σκέψεις μας, πόσο σκέψεις είναι;
Θα τολμούσα να πω ότι αν δεν υπάρχει σε κάτι η απάντηση, αν δεν υπάρχουν λέξεις που να διατυπώνουν μιαν απάντηση, τότε δεν πρέπει να υπάρχει και η ερώτηση. Θέλω να πω, το φευγαλέο μυστικό μιας αλήθειας είτε σου δημιουργεί βεβαιότητα είτε χάνεται. Ερώτημα, πάντως, δεν είναι.
Κι έτσι φτάνουμε πάλι στην αρχή. Πάλι από την αρχή, μετά από μια μικρή σιωπή, όπου αφήνεις τα φώτα αναμμένα και την οθόνη λευκή ή να προβάλει αχνά τις διαφημίσεις των διλημμάτων σου. Πάλι από την αρχή, έχοντας διαπιστώσει ότι έκανες διαφορετικά λάθη από τα λάθη που διαπίστωσαν οι άλλοι. Πάλι από την αρχή, έχοντας επίγνωση ότι συνεχίζεις να είσαι ο ίδιος, έτοιμος να κάνεις όσα λάθη δεν πρόλαβες.
Όχι, δεν είναι άσχημα τα πράγματα. Τουλάχιστον δεν είναι τόσο άσχημα όσο φαίνονται. Αν αξίζει κάτι είναι οι στιγμές που διαπιστώνεις τα λάθη σου. Και χαίρεσαι που τα έκανες, γιατί μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα τα διαπίστωνες. Αυτά σου δείχνουν το δρόμο, αυτά χαράζουν το δρόμο. Αυτά σε κρατούν ζωντανό. Λάθη και αμαρτίες. Ανθρώπινα λάθη κι ανθρώπινες αμαρτίες, αν και ο προσδιορισμός «ανθρώπινα» είναι περιττός. Μόνο ο άνθρωπος κάνει λάθη και μόνο όταν κάνει λάθη είναι άνθρωπος.
Κλείνουν τα φώτα, η οθόνη σκουραίνει κι εγώ αρχίζω ξανά να προβάλλω τις αμαρτίες μου. Η ζωή είναι ωραία, όσες φορές κι αν την αρχίζεις. Αρκεί να μην την παραπάρεις στα σοβαρά …


ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μελοποίηση: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Εμμανουήλ Ροΐδης

«Voi chentrate, lasciate ogni speranza» σημειώνει ο Ab Irato στο σχόλιο του προηγούμενου ποστ, αναφερόμενος στην Δαντική Κόλαση, φαντάζομαι, και όχι σ’ αυτό το blog. Φαίνεται ότι κι ο Δάντης, παρακολουθώντας την εποχή του, ήταν εξ ίσου οργισμένος. Ξεχάστε κάθ’ ελπίδα, εσείς που μπαίνετε (Lasciate ogne speranza, voi chintrate), έγραφε στο Canto III της Κόλασης.

dante.jpg

Πρόθεση της σελίδας αυτής, αντίθετα, είναι να μην ξεχαστεί η ελπίδα, να διατηρηθεί ο πόθος για την Ιθάκη του καθενός μας. Με την λογοτεχνία για καράβι, το μυθιστόρημα για πυξίδα. Γιατί, αφού οι θεοί εξαφανίστηκαν, οι μύθοι τέλειωσαν, το μυθιστόρημα μόνο μπορεί να κρατήσει αφυπνισμένη την συνείδηση την ανθρωπινότητάς μας.

Η επιλογή του Δάντη στο εισαγωγικό σημείωμα ήταν αναγκαία, για τη «νομιμοποίηση» του τίτλου αυτού του blog, αλλά μας έπεσε λίγο βαριά.

«Ο Δάντης έχει πλάσει στον νου του την απύθμενη άβυσσο. Έχει δημιουργήσει το έπος των φασμάτων. Ξεθεμελιώνει τη Γη· στο τρομερό ρήγμα που απομένει, τοποθετεί τον Σατανά. Κι ύστερα σπρώχνει τον κόσμο, μέσα από το Καθαρτήριο, ψηλά στον Παράδεισο. Εκεί που όλα τα άλλα τελειώνουν, αρχίζει ο Δάντης. Ο Δάντης βρίσκεται πέραν του ανθρώπου».

Μ’ αυτά τα λόγια του Ουγκώ, θ’ αφήσω, προς το παρόν, τον Δάντη. Και για να παίξω με τον Ab Irato λίγο ακόμη, ας ακουστεί και η άλλη πλευρά (audiatur et altera pars) ή καλλίτερα, πολλές πλευρές, για να διαπιστώσουμε ότι όλες μαζί κύκλο σχηματίζουν και δεν βρίσκεται η μία απέναντι στην άλλη. Εξ άλλου, η ψυχαγωγία γίνεται πιο λειτουργική με το χαμόγελο. Έστω κι αν είναι λίγο πικρό.


roidis.jpg

Εμμανουήλ Ροΐδης, λοιπόν, για τη συνέχεια. Με δύο κείμενα, που αυτό το πικρό χαμόγελο το βγάζουν αβίαστα. Μέχρι και γέλιο τρανταχτό.

· «Ιστορία ενός τουφεκισμού», και

· «Τα εφήμερα»,

Ούτως ή άλλως, ο Παράδεισος μπορεί να περιμένει.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρα το 1836. Το 1860 μεταφράζει το Oδοιπορικό του Σατομπριάν. Tα επόμενα χρόνια αρθρογραφεί για πολιτικά και λογοτεχνικά ζητήματα, σε εφημερίδες και περιοδικά. Mοναδική στιγμή στο έργο του είναι η έκδοση το 1866 της Πάπισσας Iωάννας. Το 1873, με τα Λαυρεωτικά, o Pοΐδης χάνει όλη την περιουσία του. Το 1875 παρεμβαίνει δραστικά στον δημόσιο βίο με την έκδοση της σατιρικής εφημερίδας Aσμοδαίος. Το 1877 προκαλεί σκάνδαλο όταν, στη διαμάχη του με τον Άγγελο Bλάχο, εκφράζεται αρνητικά για το σύνολο σχεδόν της ελληνικής ποίησης. Το 1893 εκδίδονται τα Eίδωλα που αποτελούν τη δική του συνεισφορά στην αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος. Tην ίδια εποχή δημοσιεύει τα Συριανά διηγήματά του, καθώς και πλήθος χρονογραφημάτων, επιφυλλίδων και σκαλαθυρμάτων. Eγκατέλειψε τα εγκόσμια το 1904.

Το μυθιστόρημά του Ροΐδη «Πάπισσα Ιωάννα» γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες, μέχρι που μεταγλωττίστηκε στα σύγχρονα Νεοελληνικά και κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Τα διηγήματά του δεν έτυχαν της ίδιας προσοχής. Σ’ αυτά τα διαχρονικής αξίας κείμενα, όμως, φανερώνεται πιο εύγλωττα ένα πνεύμα προκλητικό, καυστικό, ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο. Με πολύ χιούμορ, χρησιμοποιεί «το ύφος σαν ξίφος για να ορίσει τη διαφορά του από τους συγχρόνους του. Η πολεμική του, ως ρήξη με το περιβάλλον του, κινητοποιεί τη μαχητική άρνηση στο πεδίο του λόγου. Είναι η τυπική περίπτωση του συγκρουσιακού διανοούμενου, με όλες τις αρετές, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις αυτής της αποστολής. Την τέχνη της διένεξης, που δεν είναι άλλη από την τέχνη του λόγου στην πιο δύσθυμη και ριψοκίνδυνη εκδοχή της, μελετούν τα δοκίμια που περιέχονται στον ανά χείρας τόμο και, εν μέρει, την υπηρετούν» (Δημ. Δημηρούλης: Εμμ. Ροΐδης, η τέχνη του ύφους και της πολεμικής – εκδ. Μεταίχμιο). Πιθανώς, θέμα ύφους είναι η εμμονή του σ’ αυτή την στυλιζαρισμένη καθαρεύουσα – το μοναδικό του κείμενο στη δημοτική, αν και υπέρμαχός της, είναι το διήγημα-παραμύθι «Η μηλιά».

Εργογραφία

Πεζογραφία

Πάπισσα Ιωάννα , 1866
Ορέστης και Πυλάδης , 1885
Ιστορία ενός σκύλου , 1893
Ιστορία μιας γάτας , 1893
Ιστορία ενός αλόγου , 1894
Ψυχολογία Συριανού συζύγου , 1894
Η εορτή του πατρός μου , 1895
Η μηλιά , 1895
Το παράπονο ενός νεκροθάπτου , 1895
Μονόλογος ευαισθήτου , 1896
Το ξεστούπωμα , 1898

Μεταφράσεις

Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. , 1860
Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας
Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας
Ποιήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε

Μελέτες-Αρθρα-Κείμενα

Επιστολαί ενός Αγρινιώτου , 1866
Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της υπ’ αριθμόν 5688 εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου , 1866
Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως , 1877
Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής , 1877
Τα Κείμενα , 1877
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης , 1879
Γεννηθήτω φως , 1879
Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 , 1885
Πάρεργα, επιμέλεια. Δ. Ι. Σταματόπουλος , 1885
Το ταξίδι του Ψυχάρη , 1888
Τα Είδωλα , 1893

Πολλά κι ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Ροΐδη μπορείτε να βρείτε και στις ακόλουθες διευθύνσεις:

1. Βικιπαίδεια

2. e-Alexandria

3. xestus olus

4. Ε.Ε.Ν.Σ.

5. Τμήμα Φυσικής Παμ/μίου Αθηνών

6. Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας


2 Απαντήσεις to “Εμμανουήλ Ροΐδης”


  1. 1 vrakas kostas Σάββατο, 17 Νοέμβριος 2007 σε 7:51 μ.μ

    “Πρόθεση της σελίδας αυτής, αντίθετα, είναι να μην ξεχαστεί η ελπίδα, να διατηρηθεί ο πόθος για την Ιθάκη του καθενός μας.”
    Σκοπος ειναι,να ζησουμε την περιπετεια Κωστη!Πριν την Ιθακη!Γιατι ,καλος στοχος η Ιθακη αλλα…εκει ειναι και το τελος μας!Και δεν θελω να οδηγω τον εαυτο μου σε εναν στοχο/ποθο που θα ειναι το…τελος μου!
    Κι οσο για την ελπιδα,και αυτη πεθαινει!Κι ας.. πεθαινει τελευταια!
    Δεν ελπιζω σε τιποτα!Την μοιρα μου προκαλω καθημερινα!Και τιποτα δεν φοβαμαι περισσοτερο απο τον εαυτο μου!
    Διοτι μου ειναι, αγνωστος…πολυ ακομα!
    Ετσι μου ερχεται η επιθυμια,να κατεβω εκει στον Βολο και να γινουμε” λιωμα” στα τσιπουρα συζητωντας βρε Κωστη!

    Σε μπελα μπηκα να προσπαθω να ξαναμιλησω/γραψω Ελληνικα!Που να διαβασω εγω τωρα Δαντη και Ροιδη εδω;Στην Ελληνικην εννοω!

    Βαρεμενος ειμαι με τον γραπτο τον λογο και με το” καποιο επιπεδο”!Κατι που μου λειπει αφανταστα εδω!
    Φταιει και που σκοτεινιαζει νωρις!Και ισως γενικα μου λειπει το “μπλε”!Οτι αυτο συνεπαγεται!Θαλασσα,ουρανος…κλπ!

    Τελος παντων…παω να ανοιξω …καποιος μου χτυπα την πορτα.Θα τα ξαναπουμε!Γεια!

  2. 2 cropper Πέμπτη, 6 Δεκέμβριος 2007 σε 4:31 π.μ.

    Φιλαράκο, σου απάντησα στον “περίπατο”, σε προηγούμενο ποστ. Αλήθεια, η Ιθάκη είναι για μερικούς το ταξίδι.
    Άντε ντε, κάντο. Την κάθοδο στον Βόλο εννοώ, κι όπου μας βγάλουν τα τσίπουρα και η κουβέντα.

ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ: Τα εφήμερα

Τα εφήμερα

Διήγημα

roidis-2.jpg

Εμμανουήλ Ροΐδης


Το σκέπτεσθαι φρονίμως είναι πολλάκις συνώνυμον του μη σκέπτεσθαι.

- Εμμ. Ροΐδης

Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν’ αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:

«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄).

Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα.

Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.

Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ’ ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ’ ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.

Tα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια.

Tα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Eίς τινας χώρας και ιδίως εν Bελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Tα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Tα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ’ η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Oλίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού.

Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Mαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατώρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν’ αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Tοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.

Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Kηφισού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Kολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Aφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Kυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. O καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως να εκρυφομίλουν.

Aλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ιπταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Oυδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Tο πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώσει περί των εφημέρων, και μετ’ αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπαγόρευε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είναι ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είναι τις ούτε κοιμάται ακόμη. Eις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίσει η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είναι να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην.

M’ εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ’ άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον.

― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω.

― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων· όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ’ έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν’ αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.

Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ’ αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ’ αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός.

Kατ’ εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν’ απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν’ ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας.

Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ’ αρκετά σ’ εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ’ εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ’ αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε.

Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ’ ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.

Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Aλλ’ αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απεναντίας και αναμφισβήτητον είναι ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ούδ’ εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Oυδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν’ αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της δια ν’ ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Mόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, δια τον λόγον ότι είναι ακαταμάχητον το επιχείρημα: “Kυρία μου, δεν έχομεν καιρόν”.

Aλλ’ ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, δια τον λόγον ότι ουδέ δια τας τοιαύτας δεν περισσεύει καιρός. Eίναι τα μόνα πλάσματα, δια τα οποία είναι ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; H ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι’ ύδατος το ποτήριον, μέχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.

Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα, τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είναι το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή.

Mόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν’ αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ’ αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού.

Kατ’ αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον, αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν’ αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Tην απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είναι βάσανος οδυνηρά. Tον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Mόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου.

Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησιν, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Aύται είναι τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Eκκλησιαστού και του Iερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδι, ώστε κατήντησαν κοινοί τόποι. Kατ’ ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ’ αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπίνη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. O βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του.

Mη αρκούμενος να ζήση και ν’ αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγχνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητή ν’ ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος, αντί να ενοχλή δια της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει δια των ανταποκρίσεων αυτού ή δια του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Pώμη, εν Πετρουπόλει, εν Nέα Yόρκη και εν Πεκίνω.

Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Tην διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Aληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ’ εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν δια να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Eπί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Oυφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Mακροβιωτική. Aν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως εις Aγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Oυδ’ ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οιονδήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού.

Δεν εννοώ δια τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν ούτε το περί αθανασίας της ψυχής χριστιανικόν δόγμα, αλλ’ άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών δια του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Tούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ’ αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είναι να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις.

Aλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν’ αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Mεθύομεν προκαταβολικώς δι’ οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. O πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ’ εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν’ ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων.

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb