... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Τετάρτη, Ιανουαρίου 23, 2008

Ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο όταν φύγει …

I rebel against my logic
my hidden secrets can be yours

[Surrealist]

...............................................................



Περπατούσα. Μες στην πόλη περπατούσα κι έβλεπα στους τοίχους μνήμες. Έβλεπα τη βροχή να ξεπλένει τις πρόσφατες μνήμες.

Περπατούσα. Δίπλα στο ποτάμι περπατούσα κι έβλεπα στις όχθες μνήμες. Έβλεπα το φουσκωμένο απ’ τη βροχή νερό να ξεπλένει τις χθεσινές μνήμες.

Έφτασα στην ακτή.

Περπατούσα. Πάνω στην αμμουδιά περπατούσα κι έβλεπα το κύμα να ξεπλένει τις πιο παλιές μου μνήμες.

Kαθαρός, καινούργιος, αληθής, αμνηστευμένος, πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Όσο έβρεχε εγώ θα περπατούσα …

Κάποιος, άγνωστος, έξυνε με τα νύχια του τον τοίχο. Κι έκλαιγε. Έκλαιγε τις μνήμες που του ’παιρνε η βροχή. Στα βρώμικα νύχια του κομμάτια απ’ το χθες. Με γνώρισε.

Κάποιος, άγνωστος, έσκαβε με τα χέρια του στην όχθη του ποταμού. Κι έκλαιγε για τις μνήμες που έπνιγε το φουσκωμένο νερό. Με γνώρισε κι αυτός.

Αλλά, η θάλασσα,

Ω, η θάλασσα!

Η θάλασσα δεν αφήνει ίχνη.

Όσο υπάρχει θάλασσα,

υπάρχει ελπίδα.

Ναι;

Κι όσο υπάρχει ελπίδα,

τίποτα δεν αλλάζει.-

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δυο ξεχωριστές μου φίλες, η Abttha και η Surrealist, με κάλεσαν ν’ αντισταθώ.

Φαίνεται, ήρθ’ η ώρα. Σήμανε το προσκλητήριο, χτύπησ’ ο συναγερμός.

«Οι δείκται των αντιστάσεων ευρίσκονται κάτωθεν των φυσιολογικών ορίων.»

Και χρειάζετ’ εγρήγορση. Χρειάζεται όλοι μαζί. Χρειάζονται ατομικές προσκλήσεις. Επιστράτευση, Πόλεμος, Αίμα. Χρειάζεται αίμα.


Ή, απλώς, χρειάζεται Ποίηση.


[Από την ‘ΚΙΧΛΗ’ του ΣΕΦΕΡΗ:]

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο

ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια

πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν'

καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,

βλέπεις τον ήλιο μάλλα μάτια'

ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,

το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός

που τελειώνει στη γύμνια.

Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,

άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου

που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου'

τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι'

ο δωρικός χιτώνας

που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,

είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.

Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια

και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο

κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ναρμενίζει στο αίμα

ναδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι

και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια'

τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω απτον ήλιο.

Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απτα μπαστούνια

πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,

σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως

μένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,

καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες

πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια'

ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά

προς τα χαλίκια του βυθού

οι άσπρες λήκυθοι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,

γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,

δακρυσμένο γέλιο,

σε βλέπει ο γέροντας ικέτης

πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες

καθρεφτισμένο στο αίμα του

που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.

Αγγελική και μαύρη, μέρα'

η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο

βγαίνει απτο κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες .

Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε

δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη'

στόλισε τα μαλλιά σου με ταγκάθια του ήλιου,

σκοτεινή κοπέλα'

η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,

ο τύραννος μέσα απτον άνθρωπο έχει φύγει,

κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες

τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης'

όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θαγαπήσει,

στο φως'

……………….και είσαι

σένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

θαδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

θαδειάσουν τα μάτια σου απτο φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ή, απλούστερα, χρειάζεται ν’ αντισταθείς στον εαυτό σου, ν’ αντισταθείς στα ψέματα και στην άμυνα του «Εγώ» σου. Δεν αντιλαμβάνεσαι καν ότι αμύνεσαι, δεν αντιλαμβάνεσαι καν ότι λες ψέματα; Πρώτα στον εαυτό σου.

Ποια εικόνα βλέπεις στους τοίχους της πόλης και στις όχθες του ποταμού;

Τι προσπαθούσες τόσα χρόνια να χτίσεις. Ποιόν να κοροϊδέψεις;

Ποιος είν’ αυτός, ρε; Θυμάσαι ποιος είναι στ’ αλήθεια; Τον γνωρίζεις;

Ναι;

Είναι ένας κλόουν συμπαθής.

Είναι ένας επηρμένος αντιπαθής.

Ναι;

Είναι ένας Δον Κιχώτης που παλεύει τους ψεύτικους ανεμόμυλους.

Είναι το ανάποδο του Δον Κιχώτη που παλεύει, αν και ξέρει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί.

Ναι;

Τον αναγνωρίζεις;

Απ’ αυτόν πρέπει να φυλαχτείς. Ενάντια σ’ αυτόν πρέπει ν’ αντισταθείς.

Τον είδες;

Ακόμη αμύνεται, ακόμη ψεύδεται. Ακόμα νομίζει ότι είναι κάτι. Ότι παλεύει.

Δεν παλεύει. Τίποτα δεν είναι. Ένας χαμένος.

Τον αναγνωρίζεις;

Ναι, τον είδα.

Τότε ξέρεις. Μην αντιστέκεσαι. Άσ’ τον να τσακιστεί στο γκρεμό. Άσ’ τον να σωθεί, ν’ απαλλαχθεί από τον εαυτό του, απ’ το ‘εγώ’ του. Να μείνει μόνος. Άδειος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

… Και ποτέ μην ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι.

(Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα).

[Μανόλης Αναγνωστάκης: Το περιθώριο ’68-’69]

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Να τον βοηθήσω. Θέλω.

Τότε, πνίξ’ τον στη θάλασσα. Σκότωσέ τον μιαν ώρα αρχύτερα.

Άδειασέ τον.

Βόηθα.

Fabrizio De Andrè-Un Giudice

Ή, απλούστατα, δεν αρκεί η αντίσταση. Πόλεμο θέλει. Αίμα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ποταμός


Κακόμοιρος εγώ

κόσμος

να γυρνάω μ’ ένα σακούλι σπασμένα φτερά

σαν τον ατσίγγανο

να αιμορραγώ νύχτες να γερνάω παιδί.

Κακόμοιρος εγώ να διασχίζω τους καιρούς αδιάφορα σαν να μην

ήταν για μένα παρά

το πέρασμα

του ποταμού στο στεγνό κρεβάτι

η φευγάλα.


Ξάφνου αλλάζει το τοπίο. Ρους βιαστικός, ανεξερεύνητος, έτσι

το ’θελε λέει και της γλώσσας η μοίρα, έτσι.


Και πάλι άξαφνα η φλέβα σπάει: φτύνει αίμα φτύνει όνειρα, γεν-

νάει και γεννιέται με πόνους άφατους μέσα στα μουγκρητά

ενός κόσμου που αλλοιώνεται.


Κι άξαφνα –πάλι το λέω- αλλάζει. Το κρεβάτι μου γεμίζει νερά το

όνειρό μου μπάζει την τρικυμία της μέρας και πορφυρώνε-

ται στο αίμα της κάθε μια λέξη απαγορευμένη

κάθε προφητεία έξω δική.

Κι άξαφνα –πάλι θα το λέω- ο άνθρωπος που μιλούσε πέθανε.

Με τα χέρια κόκκινα με τα μάτια κόκκινα.

Με τις φλέβες του κόσμου κομμένες πάνω στο δικό του μοναδικό

στήθος.

[Ελένη Κονδύλη: Λάθος τρένο]

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

Τα κόκκινα μήλα

"Όταν το κόκκινο μήλο φίλησε στο στόμα το πράσινο,
όλα τα μήλα γίνανε κόκκινα"


Ο ανιψιός μου ο Νίκος παίζει ποδόσφαιρο και μπουζούκι. Και τα δύο με περισσή δεξιοτεχνία. Δεν ξέρω τι θ' ακολουθήσει μεγαλώνοντας, αλλά το μπουζούκι δεν θα το παρατήσει. Να δείτε μόνο το ύφος του όταν παίζει τις πενιές και θα καταλάβετε.

Πέρυσι ήταν στην τρίτη δημοτικού και εκτός από το μπουζούκι και το ποδόσφαιρο, έγραψε κι αυτήν την έκθεση για το σχολείο:

Ήταν κάποτε ένα πράσινο μήλο που ζούσε στο Χον Γκονγκ και ήταν διακοπές. Εκεί μια μέρα στη θάλασσα που έπαιζε με τα κουβαδάκια του, ένας πολύ μικρός μπόμπιρας το πήρε και το έριξε βαθιά μέσα στη θάλασσα. Αυτό το πράσινο μήλο που ονομάζονταν Ben, ταξίδευε και παράδερνε αμέτριτες μέρες στη θάλασσα. Ώσπου ένα πρωί έφτασε στην Καραϊβική, εκεί είδε από κοντά τον καπετάνιο Tack Sparrow, τον Orlando Bloom τον Deivi Jouns και το χταπόδι Kracken. Κάθισε μαζί τους πολλές ημέρες, ώσπου μια μέρα αποφάσισε να τον πάνε στη ζούγκλα. Εκεί πέρα είδε πάρα πολλά άγρια θηρία και εντιποσιάστηκε με αυτά που είδε. Κι έτσι στη ζούγκλα κάθισε 38 εβδομάδες. Μια μέρα όμως που ο Βen περπατούσε στη μέση του πουθενά είδε μπροστά του μια ολόλαμπρη μηλιά με κατακόκκινα μήλα. Αυτά τα πολλά μήλα είπαν στον Ben: πως σε λένε φιλαράκο; Και αυτός τους είπε: "Το όμομά μου είναι Big Ben από το ρολόϊ της Αγγλίας. Ο Ben σκαρφάλωσε στο δέντρο και πήγε μέσα, πολύ βαθια και είδε ένα πανέμορφο και γοϊτευτικό κατακόκκινο μήλο. Της ρώτησε με τη καρδιά του να χτυπάει έντονα από τη γοϊτευτική ομορφιά της, πως σε λένε; Και αυτή του απάντησε ο,τι το όνομά μου είναι Βικτώρια. Ο Ben τη ζήτησε σε γάμο και μετά από λίγες μέρες παντρεύτηκαν. Η Βικτώρια μόλις γέννησε το πρωτο της παιδί, του ζήτησε να παν στη Βενετία και ο Ben δεχτηκε. Αυτοί οι δυο τους έφυγαν με κρουαζιερόπλοιο 5 αστέρων. Αυτό το κρουαζιερόπλοιο ονομάζονταν καζίνο ρουαγιάλ, γιατί μέσα στο κρουαζιερόπλοιο υπήρχαν καζίνο. Οι δυο τους έκαναν 3 μέρες για να φτάσουν στη Βενετία. Όταν έφτασαν στη Βενετία και θα κάθονταν για 5 χρόνια, μπήκανε σε μια βάρκα και η Βικτώρια έδωσε ένα φιλί στο στόμα στον Ben κι αυτός κοκκίνησε και από τότε τα μήλα όλα, θα ήταν κόκκινα. Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

Αισθηματική Αγωγή

Η Αλίκη ξαγρυπνούσε αλλάζοντας μηνύματα στον υπολογιστή της. Η Αλίκη, που το απόγευμα είχε για μια ακόμα φορά τσακωθεί με τον άντρα, που πριν είκοσι και βάλε χρόνια την επέλεξε, κι αυτή τον ακολούθησε, η Αλίκη που στα σαράντα πέντε της βαρέθηκε τους ατέλειωτους καυγάδες, τα οδυνηρά λόγια, βαρέθηκε πια ν’ ακολουθεί τον έναν ή τον άλλον κι αποφάσισε ν’ ακολουθεί τον εαυτό της από δω και πέρα, η Αλίκη αποφασισμένη ν’ αλλάξει τη ζωή της, ξαγρυπνούσε αλλάζοντας μηνύματα στον υπολογιστή.

Ο Πέτρος έπαιρνε τα μηνύματα της Αλίκης στον υπολογιστή του κι απαντούσε. Ο Πέτρος, που δεν είχε τσακωθεί παρά μια μόνο φορά με τη γυναίκα που επέλεξε να τον ακολουθήσει, μία και μοναδική, αλλά καίρια φορά, είχε μαλώσει μ’ αυτή τη μοναδική γυναίκα, που πριν τριάντα και βάλε χρόνια τον ακολούθησε, μέχρι που και κείνη βαρέθηκε, ο Πέτρος που στα πενήντα του ένιωθε το έλλειμμα της επαφής να τον πνίγει κι έψαχνε απεγνωσμένα για συμπληρώματα επικοινωνίας στο διαδίκτυο, ξαγρυπνούσε αλλάζοντας μηνύματα στον υπολογιστή.

Γνωρίστηκαν μέσα από τα σχόλια που άφηνε ο ένας στο blog του άλλου. Ο Πέτρος είχε αφήσει πρώτος ένα γλυκερό σχόλιο στη «Χώρα των Τραυμάτων», το μπλογκ της Αλίκης και η Αλίκη επισκέφθηκε την «Ποντικοπαγίδα», το μπλογκ του Πέτρου, αφήνοντας με τη σειρά της ένα όμορφο σχόλιο. Έτσι «γνωρίστηκαν». Οι άνθρωποι που επικοινωνούν μεταξύ τους στο ίντερνετ, εύκολα νομίζουν ότι γνωρίζονται, επειδή αναγνωρίζουν στα λόγια του άλλου μερικές σκέψεις τους. Και πολλές φορές δένονται, όπως δένονται δυο φίλοι ή δυο εραστές.

Ο Πέτρος και η Αλίκη δεν ήταν τίποτα παραπάνω από δυο φίλοι κι αυτό το ήξεραν. Δυο φίλοι που ποτέ τους δεν είχαν δει ο ένας το πρόσωπο του άλλου, δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε ο ένας για τον άλλο, απλά μιλούσαν συχνά κι αντάλλαζαν μηνύματα.

Πώς το είπε η Αλίκη εκείνο το «δεν μπορώ άλλο»; Πώς το άκουσε ο Πέτρος;

Πώς είπε ο Πέτρος εκείνο το «θα ’θελα να ήμουν δίπλα σου αυτή τη στιγμή»; Πώς το άκουσε η Αλίκη;

Το πρωί η Αλίκη άφησε στο τραπέζι της κουζίνας, όπως πολλές φορές είχε δει στο σινεμά, ένα σύντομο μήνυμα στον άντρα που εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να μην ακολουθεί πια, οριστικά, ένα σύντομο μήνυμα που έλεγε μόνο: «Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ. Μετακόμισε στη Χώρα των Θαυμάτων». Πήρε το λεωφορείο και βρέθηκε στην πόλη του Πέτρου. Είχε το τηλέφωνό του. Του τηλεφώνησε. Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Ένιωσε περίεργα, αλλά πολύ όμορφα, όταν άκουσε την Αλίκη να λέει «είμαι εδώ, πού θα βρεθούμε;» κι απάντησε χωρίς δισταγμό «τώρα αμέσως, έρχομαι στον σταθμό να σε πάρω».

Μπήκε στο αυτοκίνητο και το μυαλό του άρχισε να δουλεύει στις στροφές της μηχανής. «Έρχομαι να σε πάρω; Και πού να πάω;» Δεν πίστευε πως τα μηνύματα του υπολογιστή είναι κάτι αληθινό, κάτι πραγματικό, που μπορεί να έχει συνέχεια στην πραγματική ζωή. Τα θεωρούσε ακριβώς αυτό: συμπλήρωμα επικοινωνίας, κάτι σα χάπι ή βιταμίνες. Εκτός κι αν γνωρίσεις τον άλλο από κοντά, δι’ ασπασμών και αγκάλης, όπως έλεγε. Τότε μόνο το εικονικό μπορεί να γίνει πραγματικό. «Πώς να είναι η Αλίκη; Κι αν είναι καμιά χοντρή και άσχημη;» αναρωτιόταν μπερδεμένος σε σκέψεις καθόλου ξεκάθαρες, κι αμέσως απαντούσε μόνος του «Μα τι λέω; Τι σημασία έχει; Η Αλίκη ήρθε να με βρει, γιατί χρειάζεται τη βοήθειά μου.»

Η Αλίκη περίμενε στο σταθμό τον Πέτρο και δεν άφηνε το μυαλό της να ολοκληρώσει τη διερώτηση «Τι κάνω τώρα; Τι κάνω εδώ;» Περίμενε, συγχυσμένη κι αυτή από μια δόση ελευθερίας που ένιωθε να κέρδισε, έστω άγαρμπα, έστω και βεβιασμένα. «Πώς είναι ο Πέτρος, πώς θα τον αναγνωρίσω, ποιος είναι ο Πέτρος;» αναρωτιόταν με τη σειρά της. «Τι θα γίνει τώρα;»

Κι οι δυο τους προσπαθούσαν να σχηματίσουν την εικόνα της πρώτης τους συνάντησης, προσπαθούσαν να προβλέψουν τις πρώτες στιγμές, τα πρώτα λόγια, αγνοώντας τη συνέχεια. Προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν τον ενθουσιασμό τους κι έπεφταν πάνω στα ίχνη των ενοχών τους. Ήταν μια άσχημη εισαγωγή, άσχημες σκέψεις λίγο πριν την πρώτη τους συνάντηση. Άλλες σκέψεις επιθυμούσαν, άλλες εικόνες ήθελαν να σχηματίζονται στο μυαλό τους.

Θα του πω: «Ήρθα. Εγώ είμαι η Αλίκη.»

Θα της πω: «Καλωσόρισες, πολύ χαίρομαι που σε βλέπω. Εγώ είμαι ο Πέτρος.»

Δεν θα του πω τίποτα, θα πέσω στην αγκαλιά του, σκεφτόταν η Αλίκη κι έπλαθε την εικόνα κείνης της στιγμής στο μυαλό της.

Δεν θα πούμε τίποτα, θα την σφίξω στην αγκαλιά μου, σκεφτόταν ο Πέτρος αναστατωμένος.

Θα καθίσουμε στο μπαρ να πιούμε πρώτα ένα καφέ μαζί. Θα κουβεντιάσουμε.

Θα του πω: «Διάλεξα να φύγω. Διάλεξα, μόλις τώρα, να έρθω σε σένα.»

Θα της πω: «Διάλεξα να μείνω. Διάλεξα, αιώνες τώρα, την ιστορία μου.»

Και θα φιληθούμε μέσα σε δάκρυα. Γιατί πάντα ο ένας θα επιλέγει μια ιστορία παλιά και πάντα η άλλη θα επιλέγει ένα καινούριο παραμύθι. Γιατί πάντα ο ένας θα είναι άτολμος, προσκολλημένος στις παλιές ιστορίες και πάντα η άλλη θα τολμά, κυνηγημένη απ’ τις παλιές ιστορίες. Γιατί, γιατί έτσι είναι η ζωή, η πραγματική.

Ο Πέτρος βγήκε από το αυτοκίνητο κι έστρεψε το βλέμμα του στους λιγοστούς ανθρώπους που βρίσκονταν στο σταθμό, αναζητώντας την Αλίκη. Την ίδια στιγμή η Αλίκη ανέβαινε στο λεωφορείο επιστρέφοντας στη χώρα των τραυμάτων της κι ο Πέτρος έμενε μόνος στην ίδια ποντικοπαγίδα του.

Ο ένας δεν αντίκρισε ποτέ το πρόσωπο του άλλου, όπου μόνο τα δάκρυα στέγνωναν αληθινά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

With a little help from my friends

Μια φορά κι ένα καιρό, πριν λίγο καιρό, 0 μικρός David Cropperfeel βγήκε από το σπίτι του τη νύχτα και χώθηκε στο δάσος. Ήταν μια νύχτ’ αφέγγαρη, μαύρη και κρύα, αλλά ο μικρός David δεν φοβόταν. Το σκοτάδι του άρεζε. τον τραβούσε ανέκαθεν το σκοτάδι, από πολύ μικρό και πολλές φορές χανόταν στο δάσος. Χωρίς να το ξέρει. Ούτε καταλάβαινε ούτε παραδεχόταν ότι χάθηκε.
«Πού γυρνάς και χάνεσαι;» τον ρωτούσε η μάνα του κι αυτός έλεγε «δεν χάνομαι, να, αφού εδώ μπροστά σου είμαι». «Αλήθεια, τί κάνεις στο δάσος κάθε τρεις και λίγο;» τον ρωτούσαν οι φίλοι του. «Πάω κι αισθάνομαι», απαντούσε. Πέρ’ απ’ την ακοή, πέρ’ απ’ την όραση, πέρ’ απ’ τον πόνο και τη χαρά, αφουγκραζόταν τις σκέψεις του. Μόνο αυτές υπάρχουν στο δάσος.
Ο δάσκαλός του τον είχε προειδοποιήσει. Είχε μιλήσει σ’ όλη την τάξη, σε όλα τα παιδιά και τά ’χε δασκαλέψει να μη βγαίνουν τα σκοτεινά βράδια απ’ το σπίτι. Στον David είχε μιλήσει ιδιαιτέρως, ήξερε για τις νυχτιάτικες εξόδους, και του είχε πει να προσέχει, «το δάσος κρύβει παγίδες», του είχε πει. Ότι υπάρχουν βαθιά πηγάδια, που δεν φαίνονται ούτε την μέρα και ότι μπορεί να μην έχει άγρια ζώα το δάσος μας, αλλά ίσως υπάρχει το φοβερό γκόλεμ, έτσι έλεγαν οι παλιότεροι, δεν μπορείς να ξέρεις. «Εγώ το γκόλεμ δεν το φοβάμαι» φώναξε με πείσμα στον δάσκαλο ο David, «είναι φίλος μου και μ’ αφήνει να γράφω στο μέτωπό του».
Έτσι, είχε βγει και τώρα στο δάσος ο David Cropperfeel κι αισθανόταν όσα δεν έβλεπε κι όσα δεν τον πονούσαν, όσα δεν άκουγε κι όσα δεν τον έκαναν χαρούμενο. Αισθανόταν ελεύθερος εκεί, μέσα στο σκοτάδι, αισθανόταν μεγάλος κι ελεύθερος, γινόταν David Cropperfree. Περπατούσε όλο και πιο βαθιά στο μαύρο δάσος και πετούσε. Πετούσε τις σκέψεις του, πετούσε μαζί τους, μέσα στη σκοτεινιά, μέσα στην ησυχία κι ένοιωθε την ελευθερία της απουσίας. «Άσε το δάσκαλο να λέει. Σήμερα δεν έχει ούτε πηγάδια ούτε γκόλεμ. Σήμερα θα μιλήσω στον Σιμούργκ τον Ατάραχο.»
Και μ’ αυτές τις σκέψεις τον πήρε ο ύπνος στη ρίζα του δέντρου. Είχε έναν ανήσυχο ύπνο, όλο στριφογύριζε ο μικρός David και σε μια στροφή, δίχως να καταλάβει πώς, βρέθηκε να γλιστρά μες το βαθύ πηγάδι. Έπεφτε αργά, συνέχεια, μέχρι που η πτώση δεν του φαινόταν προς τα κάτω πια, αλλά αισθανόταν ότι κρατιόταν μετέωρος στο κενό και στο σκοτάδι.
Πίσω, στο σπίτι, η μάνα ετοιμάστηκε πάλι να πάρει τους δρόμους και να τον φωνάζει «Croppeeeer, Croppeeeeer». Η φωνή της μάνας διέσχιζε τη σιωπή και το σκοτάδι του δάσους, έφτανε σε κάθε δέντρο κι αντιλαλούσε σε κάθε γωνιά, άλλαζε κατευθύνσεις, άλλαζε ήχους, περνούσε μέσα απ’ τον ύπνο του David και στεκόταν πάνω απ’ το πηγάδι. Ο Cropperfeel δεν άκουγε, παρά μόνο ένα ω…η, ω…η, που τον τάραζε. Τάραζε την ελευθερία του και γέμιζε την απουσία. Γύριζε μες στο μυαλό του το ωω…ηηη, ωω…ηηη, ώη ώη μάνα μου! Ω, η μάνα μου. «Με φωνάζει ωηή, Κωστηή, ωηή Κωστηή. Αλλά εδώ που βρίσκομαι δεν μπορώ να βγω και να την συναντήσω. Είμαι πολύ χαμηλά κι αυτή βρίσκεται πολύ ψηλά, εκεί πάνω. Σε λίγο, ήρθαν στο δάσος κι οι φίλοι του. Ανήσυχοι, με φακούς και λάμπες να φωτίσουν το σκοτάδι, άρχισαν να φωνάζουν «croppeeer, cropperfeeeel».
Ο μικρός David κατάφερε επιτέλους να νικήσει τον λήθαργο, να νικήσει το βάρος με την βοήθεια των φίλων, κατάφερε ν’ ανυψωθεί. Λίγο-λίγο ανέβαινε πάλι απ’ το βαθύ πηγάδι, λίγο-λίγο πλησίαζε τον κόσμο.
Όταν βγήκε ολόκληρος, έμοιαζε να πετάει κι όσο οι φίλοι του φώναζαν γεμάτοι χαρά που τον βρήκαν επιτέλους, που τον βρήκαν ζωντανό, τόσο πετούσε ο μικρός David Cropperfly.


 


What would you think if I sang out of tune,
Would you stand up and walk out on me?
Lend me your ears and I'll sing you a song
And I'll try not to sing out of key.

Oh, I get by with a little help from my friends
Mm, I get high with a little help from my friends
Mm, gonna try with a little help from my friends

What do I do when my love is away
(Does it worry you to be alone?)
How do I feel by the end of the day,
(Are you sad because you're on your own?)

No, I get by with a little help from my friends
Mm, I get high with a little help from my friends
Mm, gonna try with a little help from my friends

Do you need anybody
I need somebody to love
Could it be anybody
I want somebody to love.

Would you believe in a love at first sight
Yes, I'm certain that it happens all the time
What do you see when you turn out the light
I can't tell you but I know it's mine,

Oh, I get by with a little help from my friends
Mm, I get high with a little help from my friends
Mm, gonna try with a little help from my friends

Do you need anybody
I just need someone to love
Could it be anybody
I want somebody to love.

Oh, I get by with a little help from my friends
With a little help from my friends.

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb