... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2020

Ποίηση είναι:




Απέναντι στην αποκρουστική ασχήμια των καιρών, στην τραγική ανικανότητα των κυβερνώντων και στην ανίκητη βλακεία όλων μας




                 

...

«Διπλό παιχνίδι κύκλων τώρα σκεπάζει τον ουρανό

ζευγαρωτές μελωδίες πρωτάκουστες στ’ αυτιά μου

γεννούν οι αόρατες χορδές των φεγγαριών

αιώνια μοτίβα για μαντολίνα και σερενάτες

κι ενώ αυξάνουν οι αριθμοί των φεγγαριών-

στεφάνι ολόκληρο από άσπρες μπάλες ο ουρανός

κυλούνε κι ανεβαίνουν ρόδες φωτεινές

κι ανεβάζουν τον ουρανό.

Προτού ξημερώσει ακούγονται φιλιά

είν’ τα φεγγάρια που πέφτουν και χτυπιούνται.

Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση

το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε*



Η Ποίηση είναι εικόνα, κίνηση, έρωτας, επανάσταση. Υπονοεί το άρρητο, περιέχει την αλληγορία, περιλαμβάνει το απροσδιόριστο και το αλλόκοτο, περικλείει το τυχαίο και τον υπερρεαλισμό. Η Ποίηση γράφεται σε οριακές στιγμές, όταν ο ποιητής αμφιβάλλει, υποψιάζεται, διερωτάται, κρίνει, αρνείται τον εφησυχασμό της ακινησίας και καταγίνεται με την αναζήτηση της αλήθειας. Της όποιας αλήθειας, εκείνη την οριακή στιγμή, έχει ανάγκη. Γιατί ο δρόμος του είναι το κυνήγι της φάλαινας και στόχος ο εαυτός του.

Ο ποιητής θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, να τον μεταμορφώσει. Ο ποιητής και οι ερωτευμένοι κοιτούν στον ουρανό, τον εικονίζουν κατά τις επιθυμίες και τα όνειρά τους. Ιδίως, τις νύχτες, προβάλλουν στον ουρανό τις σκέψεις τους. Και στον νυχτερινό ουρανό, ο ποιητής και ο έρωτας μεταβάλλουν τον κόσμο. Δημιουργούν έναν κόσμο. Καμιά φορά αρκεί ένας ερωτευμένος. Μόνος του.



«Απόψε επήρα τη νύχτα μαζί μου – έλα και σύ

όλα μας ανήκουν τώρα, δε μπορεί

και για μας κάπου θα υπάρχει ένας πανέρημος λειμώνας

θα κάτσουμε εκεί ωσότου έρθουν οι άλλες οι αναπόφευκτες ώρες

και θα πλημμυρίσουμε το χάος με ασήμαντα λόγια

θα φερθούμε σα θεοί: γύρω μας θα φυτεύσουμε

όστρακα και μανιτάρια, τηλέφιλα κι οινάνθια

στη Ρουθ και στη Βάλια θα στείλουμε αγγελικούς σημάντορες

στους άλλους δε θα πούμε τίποτα

κανείς δε θα ξέρει πως ένα κόσμος ολόκληρος εδημιουργήθη

από τα αισθήματα που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον.»*



Η Ποίηση είναι Ελευθερία.

                                                                                                        

*. Οι στίχοι απ’ τη συλλογή του Νικ. Κάλας «Οδός Νικήτα Ράντου», εκδ. Ίκαρος 1977.

Κυριακή, Ιουλίου 24, 2016

Jose Angel Buesa

Γράμμα σε σας
 

Κυρία: 
Σύμφωνα με ότι λένε ήδη εσείς έχετε άλλον εραστή.
Κρίμα που η βιασύνη δεν είναι ποτέ κομψή.
Ξέρω ότι δεν είναι συχνό που μια όμορφη γυναίκα,
παραιτείται να είναι χήρα, χωρίς να έχει υπάρξει σύζυγος.

Και μου φαίνεται άδικο να συζητηθεί το δικαίωμα
να μοιραστούν οι λύπες της, οι απολαύσεις και η κλίνη της
αλλά ο έρωτας κυρία όταν φτάνει η λησμονιά
έχει επίσης το δικαίωμα ενός ξεχωριστού φινάλε.

Συγγνώμη... Αν σας πληγώνει η κατηγορία μου... Συγγνώμη
αν και ξέρω ότι η πληγή δεν είναι στην καρδιά
και για να με συγχωρήσετε... Σκεφτείτε αν υπάρχει περισσότερο δίκιο
σ' αυτό που λέω εγώ ή σ' αυτό που κάνατε εσείς.

Έπειτα να ξέρετε ότι μια κυρία με γυμνή πλάτη
χωρίς πένθος σε μια γιορτή, μπορεί να είναι μια χήρα.
Αλλά όχι όπως τόσες άλλες ενός πρώην κυρίου
αλλά γι αυτήν μόνο, χήρα ενός μεγάλου έρωτα.

Κι ο δικός μας έρωτας θυμάμαι, ήταν ένας έρωτας διαφορετικός
τουλάχιστον στην αρχή, όχι πια, φυσικά.

Θα είστε το λυκόφως στην άκρη της θάλασσας,
που ανάλογα ποιός το κοιτάζει, θα είναι όμορφο ή χυδαίο.
Εσείς θα είστε το λουλούδι που ανάλογα ποιός το κόβει,
είναι κάτι που δεν πεθαίνει ή κάτι που δεν ενδιαφέρει.

Ή ίσως αληθινή νύχτα έρωτα και τρέλας
να έζησα εγώ σ' ένα όνειρο και... κι εσείς μια περιπέτεια.
Εάν... εσείς ορκιστήκατε εκατό φορές ότι είστε για πάντα δική μου
εγώ φιλούσα τα χείλια σας, αλλά δεν το πίστευα.

Εσείς ξέρετε και συγχωρείστε με ότι εκείνο τον όρκο
επηρέαζε αρκετά η κατεύθυνση του ανέμου.
Γι αυτό δε με παραξενεύει που ήδη έχετε άλλον εραστή
κάποιον που ίσως του ορκίζεστε τα ίδια αυτήν τη στιγμή.

Και όπως εσείς κυρία ήδη μάθατε να είστε άπιστη
εγώ έτσι ξαφνικά, πονάω γι αυτόν.

Ναι είναι αλήθεια... κάποια νύχτα η πόρτα της ήταν ανοικτή
κι εγώ σ' άλλο παράθυρο ξεχάστηκα στην πόρτα της
Ή μια νύχτα με βροχή φωτίστηκε η ζωή μου
κοιτώντάς με στα μάτια μια άγνωστη.

Κι επίσης είναι δυνατόν ο νωχελικός έρωτάς μου
να περιφρόνησε το ποτήρι της, πίνοντας στο ρυάκι.
Εντούτοις κυρία... Εγώ και με τη δίψα ή χωρίς δίψα
δεν σκεφτόμουν ποτέ μιαν άλλη... όταν φιλούσα εσάς.

Συγχωρείστε με πάλι αν σας λέω αυτά τα πράγματα
αλλά ούτε οι τριανταφυλλιές δίνουν μόνο τριαντάφυλλα.
Και δεν λέω αυτά τα πράγματα για σας ούτε για μένα
αλλά για... για τους έρωτες που τελειώνουν έτσι.

Αλλά βλέπετε κυρία... πόση διαφορά υπήρξε
ανάμεσα σε σας που κλαίγατε... και σε μένα που χαμογελούσα.
Έπειτα ο έρωτάς μας ολοκληρώνει με διαφορετικά φινάλε
εσείς φιλάτε έναν άλλον... Εγώ γράφοντας αυτούς τους στίχους.


Από το «Poeta Enamorado» 

Μετ Γητ

Κυριακή, Μαΐου 08, 2011

το κόκκινο ποτάμι της καρδιάς της

,,,, το κόκκινο ποτάμι της καρδιάς της πλημμύρισε τ' ολάνθιστο μυαλό της
            ώσπου,  ξεχείλισε απ την άκρη των χειλιών της … …

            για να σμίξει  με το βάμμα του δειλινού σ ένα βύθισμα γαλήνιο, παντοτινό

            στολίζοντας κι άλλο τους κατάβαθους κήπους … …



            … … από κείνο το Μάη, μάννα μου είναι η θάλασσα κι αγκαλιά

                   η διάφανη αχόρταστη αγκαλιά της …







στίχοι 

της αγαπημένης φίλης Α.Δ.

για τη μητέρα,

συμβολή στον σημερινό γιορτασμό της

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2009

ημέρα ποίησης και βράδυ αναπότρεπτο



.
.
.


τάσος λειβαδίτης


αναπότρεπτο

Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση
παρά το ίδιο μας το κορμί. Κι όμως δε θέλαμε να το
πιστέψουμε,
επιμέναμε. Σκεπάζοντας τις ρωγμές του χρόνου
με όρκους, δάκρυα, ασέλγειες, κι άλλες τέτοιες υπέροχες
και μάταιες υπερβολές.

Μα όταν εκείνο το βράδι σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλά
κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω
και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι αδειανό, σαν ένας τάφος
που ζητάει τον νεκρό του,
και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου, κι εγώ
καταμόναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,
έκλαψα, έκλαψα τότε ατέλειωτα,
καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά, πόσο είχαμε σταθεί για πάντα
ξένοι.
.
.

καντάτα

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ' ένα απ' αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ' έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
– ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα' ρθεί η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

(από την συλλογή Καντάτα - 1960)
.
.


Απογευματινό τσάι

Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν' απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να πουν;

Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.

Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν, «αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που μας
χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!) Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου — μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!

«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων. Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε, στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο, είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή — με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε, μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ' έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

Κι η Τερέζα κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί «δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.

Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν — όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης που
άργησε οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή. Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ' ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

η θάλασσα

ποτέ δεν έμαθα να κάνω ψαράκια

μικρός, δεν έριχνα πέτρες στη θάλασσα
μην την πονέσω
μονάχα καθόμουν και κοίταζα
στην αρχή ώρα πολλή, μετά πιο λίγο
μη και τα πέτρινα βλέμματα το ίδιο δεν πονούνε;

.
.

ωραία που φύσαγεν ο μπάτης

καθόμουν, λοιπόν, στην αμμουδιά
μ' ένα βιβλίο αγκαλιά
μέχρι το βράδυ
κι ο αγέρας, άκοπα,
την ανάγνωση τέλειωνε
.
.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2008

baby, it's cold outside

(instead of insulting in Greek)


first
i came out from Moby-Dick’s belly
it was strange (for my oddities)
it was exciting (for my existence)
it was a disaster (like a disembodation)

that’s why i was dying for a couple of days
not really dying …
but something like death
so
i was bloggin’ some more
not really blogging
not really dying
not really living …
but something like falling
falling in love
desperately in love
big blogger love
big blocked love

for blogging is flogging lovers


now
as you see

i buzzed off

not like others did it… once or twice
again and again
not like my best man goofed once more
and surely not like that german guy
who is more present (everywhere) than he has to …

cause I have lost myself

i really came a cropper at last
(very infuriated too)

... ... ...

so long!

Πέμπτη, Αυγούστου 14, 2008

οι ποιηταί είναι αλήται (καλά να πάθετε)

hell broken loose
hallo

hell
ή
το μακρύ ζεϊμπέκικο της φάλαινας

ΤΟ ΕΝΑ
ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ...

καθ' ότι και όσο
το σώμα δεν κόπτεται
(για τίποτα)

και

παραμένει

αδιάσειστη απόδειξη υποκρισίας

ενός πνεύματος ανυπάρκτου,
θεωρήσαντος εαυτό τεμαχισμένο,
όντος θρυμματισμένου,
όντος μισερού,
όντος ασώτου
όντος ανεσώτου


όντως
εύχομαι
να βγάλλλλλλω

λέπρα
λέπια,
λεπίδες
λεβίθες
να βγάλω
λερναίες ύδρες
με παρά μία χίλιες κεφαλές,
να έχει
λεία ο
λεβέντης ο
λεβιάθαν να
λεχει
(μια που τόνος δίπλα στο
λ (άμδα)
πέφτει) το
λέπυρον
να βγάλω, ο αγύρτης ο αγρωστώδης,
να ’χουν να
λεν
ώστε

έτσι
τα κομμάτια μπόλικα
να είναι
και
(μπόλικα)
να μην είναι


καθ' όσον και παρ' ότι
απατηλόν,
είναι
το μόνο
μέσον
είναι
το μόνο
μέσον
yes,
είναι
το μόνο
μέσον
ώστε
έτσι;

μες στη μέση
μεσσίας
μεσούντος
θανάτου!
και
ανεξαρτήτως
θανάτου
όπως
ανεξαρτήτως ανυπαρξίας
η σκέψη
ο νους
μέχρι κι ο λόγος
(ένα προς κανένα)
είναι
το μόνο
μέσον
(και στην κορφή κανένα)
κι ας είναι
ατελέσφορο,
μη ζων
μείζον
είναι,
το μόνο
μέσον
είναι

το μόνο
μέσον
είναι

καληνύχτα
επιτέλους
έχει δίκιο ο κουμπάρος
αρχικά
(πολύ αρχικά)

ο αναγνώστης πρέπει να πεθάνει
(έπρεπε ήδη)
κι όχι μόνον επειδή
οι ποιηταί είν’ αλήται
όχι μόνο γι’ αυτό
διότι
.
.
.
.
.



ΤΟ ΑΛΛΟ
ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ?
είν' εκεί
στους δελφούς
στις πλαγιές
παραμένει
περιμένει να του πεις
σαν χρησμό
με το κομμάτι
το κομμάτι
τί κουμάσι είναι
δηλαδή
θάλασσα
έξοδος μέσα
ΚΑΙ Τ' ΑΛΛΟ
ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ?
εδώ το ζεϊμπέκικο
γλιστρά
-πώς λέμε ολισθαίνει-
σε ταγκό
(γίνεται, γίνεται)
ιν ινγκλισς πλιιζ
here, zeibekiko
slips to tango
how we say deep inside-
ντιπ για ντιπ όμως)
ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ
είναι πιο κει
παραμένει
περιμένει στο ακουστικό
το κορίτσι από τα Ξένα
το κορίτσι απ' τη Σιένα
να φανεί
στη σκηνή να θέσει
θέση που να πάρει
δηλαδή μαζί
ορειβάτες
σε μια στενάχωρη σκηνή
στο άβατο όρος
είσοδος έξω

ΚΑΙ Τ' ΑΛΛΟ
ΜΕΓΑΛΟ
ΚΟΜΜΑΤΙ ?
είν' εδώ
αμετακίνητο
κι αναμάρτητο
μαγνητισμένο
στο υδράργυρο
παρελθόν
προσπαθεί
να ενωθεί,
χωρίς δηλαδή,
γιατί είναι
εδώ
αμετακίνητο
κι αναμάρτητο
εδώ
και επί τα αυτά
νυν και αεί
να ενωθεί
στο υδράργυρο
παρελθόν
καθ' όσον
είναι
το μόνο
μέσα ον
πώς λλλλέμε
μέσα αιών
πώς λέμε
μεσάζων
ΚΑΙ ΟΛΑ ΜΑΖΙ ΜΙΚΡΑ ΜΕΓΑΛΑ
ΚΟΜΜΑΤΙΑ
(εν χώρώ)
θέλω να πω
οι ποιηταί είναι αλήται
δεν σημαίνει
καθόλου δεν σημαίνει
ότι
ο πάσα ένας
αλήτης είναι ποιητής
φορ εξαμπλ εγώ είμαι σκέτος
και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων,
καθώς προείπον,
προτιμώ το
αγύρτης
(πολλές βραδιές και για πολλές αιτίες
- με είπες)
- .
- .
- .
έχει κι άλλο ή να το βάλω απ’ την αρχή;
καθ' ότι και όσο
το σώμα δεν κόπτεται
(για τίποτα)
και
παραμένει
αδιάσειστη απόδειξη υποκρισίας
ενός πνεύματος ανυπάρκτου
ΖΗΤΩΩΩΩΩ!
...---...
...---...
...---...
...---...
...---...
.
.
.


"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb