... Τί είναι, όμως, ο εαυτός;
Είναι η επιτομή όλων όσα θυμόμαστε.
Γι' αυτό και το τρομακτικό στον θάνατο
δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος,
αλλά η απώλεια του παρελθόντος.
Η λήθη είναι μια μορφή θανάτου,
παρούσα στη ζωή ...

[Μίλαν Κούντερα]
__________________________________________________

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

τιTVσματα

Ε, αυτό δεν περίμενα να μου συμβεί. Όρκο θά ’παιρνα πως εμένα στην τηλεόραση, γενικότερα και ειδικά ως μπλόγκερ, δεν πρόκειται να με βλέπατε. Κι όμως έγινε κι αυτό. Ποιος ακούει τον Γούφα τώρα …

Ας τα πάρω απ’ την αρχή.

Να ξεκαθαρίσω όμως πρώτα, ότι για όλα φταίει αυτός ο Numb. Αυτός με παρέσυρε. Μου τηλεφώνησε απ’ την περασμένη Τετάρτη να βρεθούμε το Σάββατο για κανένα τσίπουρο κι ότι μου έχει μια έκπληξη. Χάρηκα που θα τον έβλεπα μετά από καιρό και χάρηκα σα μικρό παιδί για την έκπληξη. Με ’τρωγε η περιέργεια, αλλά κρατήθηκα και δεν ρώτησα περί τίνος πρόκειται. Μετά από λίγο μου ξανατηλεφωνεί. «Δεν πιστεύω να κουρεύτηκες;», λέει. «Ορίστε;» απαντάω. «Αν δεν κουρεύτηκες, μη κουρευτείς μέχρι το Σάββατο». Είπα να του πω «άει κουρέψου ρε Numb», αλλά του απάντησα ότι δεν έχω κουρευτεί κι ούτε σκοπεύω να κουρευτώ μέχρι το Σάββατο. «Αφήνω κοτσίδα πάλι», του είπα και κλείσαμε.

Πέμπτη, αργά το βράδυ, πάω να διαβάσω τα μέηλ και βλέπω ένα από μιαν άγνωστη διεύθυνση, που έλεγε ότι ήθελε να επικοινωνήσει μαζί μου κι ότι ήταν επείγον. Είχε γραμμένο κι ένα κινητό. Χωρίς να καλοσκεφτώ κάλεσα το νούμερο. Δεν απάντησε και βλέποντας την ώρα, περασμένα μεσάνυχτα, σημείωσα τον αριθμό σ’ ένα χαρτί. Παρασκευή πρωί, με το που πάω στο γραφείο, μου λένε ότι με κάλεσε μια κυρία Λίζα και να την πάρω σ’ αυτό το νούμερο. Την ώρα που σχημάτιζα τον αριθμό, έβγαλα το χαρτάκι από την τσέπη μου και είδα ότι ήταν το ίδιο κινητό. «Ναι», απαντάει μια γυναικεία κάπως βραχνή φωνή.

«Με καλέσατε», είπα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να πω το όνομά μου ή το ‘cropper’, αλλά η γυναικεία φωνή μ’ έβγαλε από τη δύσκολη θέση.

«Α, γεια σου cropper. Είμαι η Ελίζα Στάμου, από το κανάλι ATV». Δεν την ήξερα. Το κανάλι ήταν ένας μικρός τοπικός τηλεοπτικός σταθμός, που δεν είχα παρακολουθήσει ποτέ. Άλλωστε κανέναν απολύτως σταθμό δεν έχω παρακολουθήσει εδώ και χρόνια.

«Είστε προσκεκλημένος του σταθμού μας», συνέχισε η κυρία Ελίζα και όχι Λίζα, όπως είχε ακούσει η γραμματέας. «Ετοιμάσαμε μια εκπομπή για τα μπλογκ κι έχουμε καλέσει μπλόγκερς απ’ τον Βόλο, να μιλήσουν γι’ αυτό που κάνουν.»

«Τι κάνουν δηλαδή;» ρώτησα.

«Μα, από σας, περιμένουμε να μας πείτε», μου απάντησε.

‘Σωστά’, σκέφτηκα, τι ήθελα να ρωτήσω;

«Κοιτάξτε, ευχαριστώ για την πρόσκληση, αλλά δεν νομίζω ότι έχω να πω τίποτα. Δεν μπορώ να εκπροσωπήσω τους μπλόγκερς κι όσο για μένα τελώ εν πλήρη συγχύσει, γενικά και ειδικά για το μπλόγκιν», είπα και ταυτόχρονα σκεφτόμουνα ‘τι μαλακία είν’ αυτή πάλι, εκπομπή για τα μπλογκ από τοπικό κανάλι! Οι μπλογκεράδες παράγιναν της μόδας. Πάντως δεν έχω καμιά δουλειά να πάω. Άκου να βγω στην τηλεόραση για να μιλήσω για τα μπλογκ! Αλλά κι αυτό το ‘εν πλήρη συγχύσει’ τι το ήθελα. Μανία που έχω με την αλήθεια ώρες-ώρες…’

«Μα, όχι, δεν θα εκπροσωπεύσετε κανέναν, για σας τον ίδιο θα μιλήσετε», άκουσα την δημοσιογράφο Ελίζα με την βραχνή φωνή. Κι επειδή δεν απαντούσα, με το δίκιο της νόμισε ότι θέλω ψήσιμο. «Ελάτε κύριε cropper, μην κάνετε τον δύσκολο, σας περιμένουμε το Σάββατο στις έξι το απόγευμα στο σταθμό μας», συνέχισε. Ε, κι επειδή η βραχνή φωνή της δημοσιογράφου είχε πάρει μια χροιά γλύκας και ναζιού, δεν ξέρω πως ακριβώς έγινε, αλλά νομίζω ότι απάντησα ένα εξίσου βραχνό και ναζιάρικο «Καλά, θα έρθω».

Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο, άρχισα να σκέφτομαι τι έκανα. Μα καλά τόσο ανόητος είμαι, τόσο άβουλος, τόσο ανήμπορος μπροστά στις βραχνές ναζιάρικες φωνές. Και με είπε και κύριο cropper. Ή βλαμμένη είναι ή με δουλεύει η κυρία Ελίζα. Κι επειδή ο βλαμμένος της υπόθεσης είμαι εγώ, η βραχνή Ελίζα με κορόιδευε. Ε, ρε Numb, να δεις εγώ τι έκπληξη σου έχω!

Σάββατο μεσημέρι, σε τσιπουράδικο της παραλίας πήγα να βρω τον Numb. Ρίχνοντας το βλέμμα στα τραπέζια, μήπως κι έχει έρθει πριν από μένα, βλέπω να με χαιρετάει ένας άγνωστος τύπος με μια μαύρη σκούφια και μαύρα γυαλιά, σαν τον Κουφοντίνα μου φάνηκε. Τον χαιρέτησα και μόλις έβγαλε τα γυαλιά, αναγνώρισα αμέσως τον Numb.

«Ε, προς τι η μεταμφίεση;», ρωτάω.

«Κάτσε, έχει σχέση με την έκπληξη που σου έλεγα. Βγαίνουμε στην τηλεόραση.»

«Κάλεσαν κι εσένα;» κατάφερα να πω, μόλις διαπίστωσα ότι μπερδέψαμε τις εκπλήξεις, προς το παρόν μόνον αυτές.

«Τι θα πει κι εμένα;. Εμένα κάλεσαν κι εγώ τους έβαλα όρο ότι θα έρθω μόνο μαζί με τον cropper. Σε βρήκαν;»

«Τι με βρήκαν ρε μπαγάσα, που εσύ με βισμάτωσες!» άρχισα να διαμαρτύρομαι, αλλά μετά τα πρώτα τσίπουρα, τα δεύτερα γέλια και τα τρίτα χάχανα, ήμασταν κι οι δυο αρματωμένοι κι έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε τον εχθρό.

«Δεν μου λες, γιατί με ρώτησες αν κουρεύτηκα;», είπα την ώρα που μπαίναμε στο ταξί να μας πάει στο σταθμό.

«Γιατί εγώ με τα μαύρα κι εσύ με τα άσπρα φουντωμένα, θα κάνουμε ωραία αντίθεση», απάντησε, δείχνοντας τα γένια μου και τα μαλλιά.

Φτάσαμε στην ώρα μας και η κυρία Ελίζα, ανέλαβε να μας εξηγήσει και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες.

«Βλέπω, δεν έχετε τρακ, έτσι; Φροντίσατε μάλλον ν’ ανεβάσετε το ηθικό πριν μας έρθετε.» Βρωμοκοπούσαμε τσίπουρο και την ώρα που παίρναμε τις θέσεις μας στο πάνελ, σκεφτόμουνα πως ωραία αρχίσαμε.

Καθήσαμε, O Numb κι εγώ δίπλα-δίπλα κι όλο τεντωνόμουνα για να μη φαίνεται η διαφορά ύψους, αλλά κι αυτός δεν μαζευόταν λιγάκι. Στις άλλες θέσεις κάθισαν δυο δημοσιογράφοι και μπροστά μας όρθια η Ελίζα. Έτσι όπως την έλουζαν τα φώτα, έλαμπε ολόκληρη.

Μη με ρωτήσετε τι έγινε στην διάρκεια της εκπομπής. Την περισσότερη ώρα καθόμουνα και χαλβάδιαζα τη δημοσιογράφο με τη βραχνή φωνή ή διασκέδαζα με τον Numb, που παρόλα τα τσίπουρα, πρέπει να είχε αρκετό τρακ, γιατί κόμπιαζε κι αργούσε ν’ απαντήσει. Θυμάμαι όμως ότι κάποια στιγμή ξεράθηκε στα γέλια, μετά από ένα σαρδάμ που έκανα. Ήθελα να πω «δραχμοφονιάς» και είπα «βραχνοφωνάς». Ωραία περάσαμε, αρκεί να μη μας ξανασυμβεί.



update:

Κατόπιν γενικής απαίτησης για το βίντεο του παραστρατήματος θα σας παίξω ένα απόσπασμα. Είναι την ώρα που απαντάω σε μια βραχνή ερώτηση με το σχετικό σαρδάμ και ο Numb λύνεται στα γέλια.


Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

Η απιστία της πίστης

Μετά από πρόσκληση της Surrealist,
φιλοξενώ μια ιστορία που μου διηγήθηκε ο Σαλούβαρδος,
όπως την κατάλαβε κάποιος που απίστησε στον εαυτό του.

Και προσκαλώ τον Γούφα και τον Kostas Vrakas
να μας γράφουν...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Η αδελφή Θεοπίστη αφιερώθηκε στον Θεό. Κλείστηκε πριν πέντε χρόνια στο μοναστήρι κι από τότε ήταν πιστή στον Χριστό και μόνη στη ζωή. Η αδελφή Θεοπίστη, κατά κόσμον Ελένη Παπαγεωργίου ήταν στα 27 όταν πήγε στο μοναστήρι. Ένα χαρούμενο κορίτσι, καλόκαρδο, γελαστό κι ευτυχισμένο. Κι ερωτευμένο με τον Χάρη, που όλες τις χάρες του κόσμου είχε. Όμορφος, ευκατάστατος, έξυπνος και μετρημένος, ήταν κι αυτός στα 27 όταν γνώρισε την Ελένη. Και την ερωτεύτηκε. Μ’ ένα έρωτα σφοδρό, με όρκους αιώνιας πίστης και «δεν θα μας χωρίσει ούτε ο θάνατος», πράγματα που φαινόντουσαν τόσο φυσικά, το ζευγάρι –η Ελένη και ο Χάρης- πορευόντουσαν μια ξένοιαστη και χαρούμενη ζωή. Η Ελένη όλο δροσιά και καλοσύνη, «δροσοσταλιά μου» και «καρδούλα μου» την έλεγε ο Χάρης, «χαρά μου» και «ζωή μου» τον καλούσε εκείνη. Για όλους, φίλους και γνωστούς ήταν ζηλευτοί. Η προσωποποίηση της ευτυχίας «Αν ο Χάρης κι η Ελένη δεν είναι ευτυχισμένοι, τότε ευτυχία δεν υπάρχει» έλεγαν γι’ αυτούς.

Ο Χάρης σκοτώθηκε σε τροχαίο και η ευτυχία του ζευγαριού κόπηκε σαν τη γραμμή της ζωής του. Η δροσοσταλιά στέγνωσε, τα δάκρυα στέρεψαν και πήρε όρκο να μην αγαπήσει ξανά. Θα έμενε πιστή στον Χάρη της, χαρά της και ζωή της. Έτσι κλείστηκε σε μοναστήρι, από απόγνωση και στενοχώρια μεγάλη. Από απογοήτευση και χωρίς να έχει μεγάλη σχέση μέχρι τότε με θεούς και θρησκείες, όπως κι ο Χάρης, μόνο τον θεό του Έρωτά τους ήξεραν. Στο μοναστήρι την δέχθηκαν πρόθυμα και η Ηγουμένη με κατανόηση και προς ικανοποίηση των άλλων καλογριών δεν την πίεζε. Ήξερε ότι θέλει το χρόνο της να τον αφιερώνει στις αναμνήσεις της. Πέντε ετών λαμπρές αναμνήσεις φαίνονταν ικανές να γεμίσουν την υπόλοιπη ζωή της. Πέντε χρόνια στο μοναστήρι φάνηκαν αρκετά για να ξεθωριάσουν τις αναμνήσεις. Η εικόνα Του άρχισε να μπερδεύεται με την αχνή θύμηση του Χάρη. Η ζωή Του, τα Πάθη Του, γέμισαν τις σκέψεις της. Ο Χριστός αγαπήθηκε πολύ από την μοναχή Θεοπίστη. Προς μεγάλη ικανοποίηση της Ηγουμένης, αλλά χωρίς την κατανόηση των άλλων καλογριών. Ο Χριστός έγινε η ζωή της και η χαρά της και η αδελφή Θεοπίστη, κατά κόσμον Ελένη, άρχισε να σταλάζει και πάλι τη δροσιά της στους ανθρώπους που την πλησίαζαν. Η καλόκαρδη Θεοπίστη έγινε γνωστή στον κόσμο για τον τρόπο που μιλούσε. Μιλούσε για τη Χάρη του Θεού και στο νου της είχε πια μόνο τον Χριστό κι όχι τον Χάρη. Τον Χριστό, που Του ορκίστηκε αιώνια πίστη, αλλά την ίδια στιγμή, κοκκίνησε. Θυμήθηκε εκείνον τον άλλο όρκο της στον Χάρη και πήγε στην Ηγουμένη. Μίλησαν κάμποση ώρα και η Ηγουμένη την έπεισε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ότι ο δρόμος που είχε πάρει ήταν ο σωστός και πως αιώνια πίστη μόνο στο αιώνιο ταιριάζει.

Όμως, αν κάτι είναι αιώνιο, είναι η δύναμη του Έρωτα.

Και την Κυριακή που πανηγύριζε το μοναστήρι, γεμάτο κόσμο, φωνές και κίνηση, ήταν εκεί και παραμόνευε. Είχε τη σαΐτα του πάλι έτοιμη. Η αδελφή Θεοπίστη, κατά κόσμον Ελένη, μιλούσε γλυκά και πρόσφερε τις δροσερή φωνή στους επισκέπτες. Μεταξύ τους ο Άλκης, ξανθός, λυπημένος, σαν τον Χριστό. Ίδιος. Ντυμένος μ’ ένα μπλουτζίν κι ένα άσπρο πουκάμισο, ίδιος ο Χάρης. Η Θεοπίστη πρόλαβε να σταυροκοπηθεί πριν λιποθυμήσει. Έπεσε στην αγκαλιά του Άλκη, ερωτοχτυπημένη, αναίσθητη κι ανήμπορη να κρατήσει τον όρκο της για δεύτερη φορά.

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

φουλ του πολυμήχανου με ανεμιστήρες

Ο κύκλος είναι μία στρογγυλή γραμμή, χωρίς συνδέσεις, ενωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να καταλάβεις που αρχίζει και που τελειώνει.

Θυμάστε ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε πριν από 10 – 15 χρόνια με εκθέσεις Ναπολιτάνων μαθητών; ‘‘Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αρραβωνιαστήκανε από κάτω’’ ήταν ο τίτλος του. Μου το θύμισε πριν λίγες μέρες ένα κείμενο του Κώστα (vrakas kostas) για την απόφαση των δικαστηρίων στη Γερμανία να τιμωρήσουν με φυλακή τον αδελφό που ερωτεύτηκε την αδελφή του, σμίξανε κανονικά και –τι παράξενο- έφτιαξαν παιδιά. Και –τι παράξενο- τα μισά καθυστερημένα. Απαγορεύεται κύριε αδελφέ. Συμφωνεί και ο μαθητής που αποφαίνεται στο παραπάνω βιβλίο:

‘‘Αδελφοί και αδελφές δεν μπορούν να παντρευτούν, αλλά πατεράδες και μανάδες, ναι.’’

Το ξαναθυμήθηκα σήμερα, όταν ένας συνάδελφος (στο επάγγελμα, όχι μπλόγκερ) μου έστειλε μέηλ με μερικά «διαμάντια», όχι απ’ αυτά τα γυαλιστερά, γελαδερά όμως, ναι.

Απολαύστε μερικά:

Ατρόμητος ο 'Ελλην Στρατάρχης, κοίταξε κατάματα τον εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολον Λαβέ (από γραπτό υποψηφίου αστυνομικού).

Όταν ο Οδυσσέας γύρισε πίσω στην Ιθάκη, βρήκε τους είκοσι ανεμιστήρες και την Πηνελόπη να τους δουλεύει στο φουλ (εξετάσεις ιστορίας - Γυμνάσιο Θηβών).

Ο Κουστώ είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά που δεν κατοικούσε στην Ιθάκη, για το λόγο αυτό οι περιπέτειές του δεν λέγονται Οδύσσειες αλλά Κουστωδίες (υποψήφιος σχολής Αστυνομίας).

Η επανάσταση του '21 έγινε πριν από 1821 χρόνια. Σήμερα γιορτάζουμε την τελική του πτώση (εξετάσεις ιστορίας - Γυμνάσιο Κορίνθου).

Η επανάσταση στις Ινδίες είχε αρχηγό και σύμβολο το Γάντι του Μανχάταν (Γυμνάσιο Ζωγράφου).

Το φαγκρί είναι το νοστιμότερο ψάρι του Αιγαίου. Στα γαλλικά λέγεται φουά-γκρι.

Ένας αλλοδαπός μπορεί να γίνει Έλληνας μόνον δια της γονιμοποιήσεως. Αλλιώς, παραμένει πάντα άλλος δαπός, επ' άπειρον.

Ο Λουδοβίκος ο XVI, αμέσως μετά την επανάσταση, αποκεφαλίστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του το έτος 1792.

Και το καλλίτερο:

Ψευδώνυμο είναι αυτό που χρησιμοποιείται από τους ποιητές, όταν ντρέπονται για την ποίησή τους.

"Προσπάθησε να πει κάτι γλυκό, αλλά η γλώσσα του κρεμόταν στο στόμα του, όπως ένα σάπιο φρούτο απ' το κλαδί, και η καρδιά του ήταν ένα παράθυρο, μπογιατισμένο μαύρο." (Bernard Malamud)

φρέσκα σχόλια:

Widget by ReviewOfWeb